Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Two Older Stories - by Γιώργος




Ευτυχία

Ειχε δυο παιδια φτωχά, ένα μικρό σπιτι και μια γυναικα που μολις τον εδιωξε, και τον άφησε έξω στο κρύο.
Εφτασε σε ένα μερος από αυτά που στοιχηματιζουν και παιζουν τυχερα παιχνιδια και ειδε πως στη τσεπη ειχε μερικα λεφτα, οποτε πηγε. Δεν ειχε τιποτα να χασει..

Οπότε πονταρισε, εκανε ο,τι χρειαζοταν και περιμενε.. το μυαλο του ταξιδευε αλλου. Ξαφνικα σταματαει η μπιλια και βλεπει πως κερδισε.

Το ματι του αστραψε και φώτισε λίγο το προσωπο του. Οποτε ξαναπονταρισε.. και ξανακερδισε. Για να μην πολυλογω, κερδισε πεντε φορες συνεχομενες.

Όταν βγηκε εξω, ειχε σιγουρα ένα σημαντικο ποσο στα χερια του και ήταν γεμάτος σιωπηλή χαρά. Όμως δεν ηταν παράλογος ανθρωπος. Και σκεφτοταν ‘πως μπορει να συμβαινει κατι τετοιο’ … ‘δεν πιστεύω σίγουρα να έχω κάποια μήπως μαγική ιδιότητα;’ ..

Πηγε σε ένα άλλο παρόμοιο μερος και πονταρισε μερικα από τα λεφτα που ειχε κερδισει. Η μπιλια στριφογυρισε, σταματησε. Ειχε παλι βρει το σωστό.
Βγηκε εξω φανερά ενθουσιασμενος τώρα, θελοντας κάπου να το πει.
Πηγε να παρει τηλεφωνο στο σπιτι, μα το σταματησε. Ηξερε ότι η γυναικα του δε θα του μιλούσε ποτε αν εβλεπε τον αριθμο του και θα το έκλεινε γενικά αν άκουγε τη φωνή του. Επομενως πηγε να παρει στης μητερας του. Αλλα μετα θυμηθηκε, ότι ηταν στο νοσοκομειο εδώ και μέρες. Οποτε δεν ηταν κανεις στο σπιτι να το σηκωσει.

Συνέχισε στο δρομο του, ηθελε να βρει και καποιο άλλο μερος να παει να παιξει. Καθως περπατουσε, ειδε από μακρια έναν παλιο του συμμαθητη από το δημοτικο. Κανανε πολλη παρεα τοτε. Ο ενας χαιρετησε τον αλλον εγκαρδια. Ο Φίλιππος για καποιο λογο αποφασισε να μη του πει για τα οσα του ειχαν συμβει. Κι ο παλιος του  φιλος αρχισει να ρωταει και ο Φίλιππος επρεπε να ξαναπει για άλλη μια φορα για τη μητερα του και τη γυναικα του και τα παιδια του και τη δουλεια του, κι ο άλλος δεν σταματουσε να ρωταει και ο Φίλιππος ηξερε πως με καθολου λυπη δεν τα ακουγε όλα αυτά, αλλα αντιθετα με χαρα, γιατι παντα ηταν ανταγωνιστικος μαζι του αυτος ο φιλος του. Και τοτε θυμηθηκε ότι ειχε γινει πετύχει στη ζωή του πιο καλά απ' αυτόν.
«Θυμαμαι», ειπε τοτε ο φιλος του, «τοτε που παιζαμε συνεχεια μαζι διπλο(ποδοσφαιρο) στο δημοτικο, εγω κι ο Άρης, εναντιον εσενα και του Ηλία… Ποσες φορες μας ειχατε νικησει? Μία, δύο? Χαχα, και θυμαμαι δεν ειχατε πανηγυρισει ουτε μια φορα.»
«Ναι παιζαμε καλα όμως..»
«Ναι ρε, μια χαρα» λεει ο … στρεφοντας το βλεμμα του προς τα δεξια.
«Αλλα ημασταν ατυχοι..»
«Ε, δεν γινεται να ησασταν ατυχοι κάθε φορα, χαχα» ειπε και του χτύπησε ελαφρά τον ώμο.
«Ναι, ενταξει…. Αλλα………… ξερεις εγω….. μολις……….»
Παύση..
«Λοιπον, σορρυ, εγω πρεπει να πηγαινω.. παω να ξαπλώσω, ειχα πολλη δουλεια σημερα.. Τα λεμε, ε; Καλό βράδυ..» ειπε ο φίλος του και εξαφανιστηκε.

Ο Φίλιππος συνεχισε να περπαταει σκεφτικός με αργα βηματα.
Κοιτούσε αφηρημένα μια πινακιδα ενός κτηριου και μπηκε μεσα με τις ιδιες αργες κινησεις.
Καθισε κατω, πονταρισε μερικα χρηματα και περιμενε..
Ολος αυτος ο οχλος, οι φωνες και τα γελια των αλλων, τοσο τα ειχε συνηθισει… δεν εδινε καν σημασια..
Απλα περιμενε.
Η μπιλια αρχισει να στριφογυριζει. Ο Φίλιππος την παρακολουθουσε με πετρωμενο βλεμμα. Ηταν σαν να μη σταματουσε ποτε. Μετα από πολλη ωρα, η μπιλια σταματησε. Ο Φίλιππος ειχε χασει.
Καθισε ακινητος χωρις να μπορει να στρεψει το βλεμμα του αλλου. Κοιταζε τον παγκο, ακίνητος, σαν ομοίωμα..κι ήταν ετσι για μισο λεπτό.
Επειτα εβαλε τα χερια στις τσεπες του, εβγαλε σε δυο χουφτες οσα λεφτα ειχε κερδισει, τα ακούμπησε στο τραπεζι, σηκωθηκε κι εφυγε.


--------


Δημήτρης και Άννα

Ο Δημήτρης άνοιξε τα μάτια του.
Ειδε μπροστα του την Άννα να κάθεται στο κρεβάτι, απέναντι του.

"Επ η γριά. Πώς κι από 'δω γριά;" της λέει με ειρωνικό χαμόγελο.
Μετά έκανε να τεντωθεί αλλά δεν μπόρεσε.
Τα χέρια του και τα πόδια του ήταν δεμένα στην καρέκλα όπου μόλις ξύπνησε.
Το κατάλαβε και σιώπησε για λίγο.
"Γριά τι γίνεται εδώ; Δεν μπορώ να κουνηθώ." συνέχισε χωρίς να αλλάξει την έκφραση στο πρόσωπο του, με τα μάτια του πιο ξύπνια, και προσπαθώντας αθόρυβα να λυθεί.
Η Άννα τον κοιτούσε μ' ένα χαμένο ανέκφραστο πρόσωπο.
"Μη με λες έτσι, Δημήτρη." του είπε κρατώντας ήρεμη τη φωνή της.
"ΟΚ, θα μου πεις τώρα τι δουλειά έχω εδώ;"
Μετά από λίγο, η Άννα απαντάει:
"Εγώ σε έφερα, Δημήτρη."
"Γιατί;"
"Γιατί πρέπει να..... πρέπει..."
"Πρέπει τι, γριά;"
"Οκ" είπε αυτή, σηκώθηκε και πήγε στη τουαλέτα. Γύρισε προχωρώντας αργά αργά, λόγω του βάρους, και του πέταξε έναν κουβά κρύο νερό.
Ο Δημήτρης πετάχτηκε.
"ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΕ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ, ΠΑΣ ΚΑΛΑ; ΕΧΕΙΣ ΤΡΕΛΑΘΕΙ ΕΝΤΕΛΩΣ;" είπε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του για να μη μπει νερό και τινάζοντας το κεφάλι του. Ήταν ωστόσο γερά δεμένος για να λυθεί με τις απότομες κινήσεις του.
Η Άννα είχε το ίδιο κενό αβέβαιο βλέμμα.
"Είσαι εντελώς καθυστερημένη;" της είπε μούσκεμα στα νερά και προσπαθώντας να πάρει την προηγούμενη σαρκαστική έκφραση του.
"Ωραία λύσε με τώρα.."
"Δημήτρη, πρέπει να καταλάβεις.."
Ο Δημήτρης σιώπησε και είπε:
"Τι να καταλάβω;"
"Δεν μ' αρέσει να με λες παντού έτσι."
"Πώς; Γριά; Έλα μωρέ, έχει πλάκα. Σου πάει.."
"Δεν έχει πλάκα."
"Έλα αφού κι εσένα σ' αρέσει. Όλοι γελάνε."
Μετά από μικρή παύση, συνέχισε:
"Κι όλοι το ξέρουν ότι είσαι κι ας μη το λένε. Γριά!"
"Δημήτρη, μη με ξαναπείς έτσι!", είπε η Άννα κι έκανε μια απότομη κίνηση προς αυτόν σαν απειλή.
"Γριά, γριά, γριά, γριά, γριά......."
"Δημήτρη........"
"Γριά, γριά, γριά..."
.....
(Όταν σταμάτησε ο Δημήτρης)
"Για όνομα του Θεού, Δημήτρη, είμαι 24 χρονών."
"Ναι αλλά είσαι σαν γριά. Βάζω στοίχημα ότι είχες άσπρες τρίχες απ' τα 15 σου και γι' αυτό τα έβαφες και έβαζες κρέμες για το δέρμα σου που ζάρωνε από τα 20. Κι ας μη θες να το πιστέψεις, στον καθρέφτη φαίνεσαι άθλια."
"Γαμώ την κοιλάρα σου, Δημήτρη" είπε αυτή με σπασμένη φωνή και όρμησε πάνω του σφίγγοντας τον απ' τον γιακά με δύναμη, μα το χέρι της έτρεμε.

Τότε χτύπησε η πόρτα.
"Ωχ η πόρτα" πετάχτηκε πίσω η Άννα πανικοβλημμένη.
Πήγε με σιγανά βήματα και ρώτησε όσο πιο φυσιολογικά μπορούσε:
"Ν..ναι; Ποιος είναι;"
"Άννα είσαι μέσα; Λέμε να πάμε όλοι για περπάτημα, εδώ έξω από το ξενοδοχείο, εσύ θα έρθεις;"
Πριν προλάβει να απαντήσει η Άννα, ακούστηκε δυνατή η φωνή του Δημήτρη.
"Δέσποινα, βοήθησε με! Η Άννα μ' έχει δέσει σε μια καρέκλα και δεν μ' αφήνει να φύγω. Μ' έχει εδώ και ώρα και δεν με λύνει."
Από την πίσω μεριά της πόρτας, ακούστηκε ένα κακαριστό γέλιο.
"Χαχαχ, δεν παίζει.. αλήθεια;" είπε γελώντας ακόμα.
"Ναι."
Το γέλιο άρχισε γρήγορα να απομακρύνεται.

Μετά από λίγο, ακούστηκαν πάλι χτυπήματα.
Τώρα μίλησε η φωνή ενός αγοριού:
"Άννα, Δημήτρη, είστε μέσα;"
"Ναι.. παιδιά βοηθήστε με. Η Άννα μ' έχει δέσει στην καρέκλα του δωματίου της και δεν μ' αφήνει να φύγω.."
"Άννα, αλήθεια;" ακούστηκε η φωνή του αγοριού που ήταν έτοιμος να γελάσει.
"Ναι, αλήθεια.. γιατί τη λέω γριά."
Τότε το αγόρι δεν άντεξε.. άρχισε να γελάει κι ακούστηκε και το κακαριστό γέλιο της Δέσποινας και των άλλων, που είχαν μαζευτεί εκεί.
"Άννα, γιατί δεν μιλάς;" είπε η Δέσποινα όταν άρχισε να σταματάει η έκρηξη γέλιου.
Η Άννα ήταν καθισμένη στο άλλο κρεβάτι, με την πλάτη της στον Δημήτρη και το κεφάλι στα χέρια της και δεν μιλούσε.
"Ναι δεν μιλάει.. έχει γυρίσει στον τοίχο τώρα και κάθεται.... σαν γριά."
Συνέχισαν τα γέλια απ' έξω.
"Με ρωτούσε πριν τι να κάνει με τα υπόθετα της... της είπα: στον κώλο σου να τα βάλεις. Χαχαχα."
"Πάψε πια, πεθαίνω" φώναξε κάποια απ' έξω με κομμένη την ανάσα από το γέλιο.
"Α μωρέ τη γριούλα.." είπε ο Δημήτρης με προσποιητή τρυφερή φωνή. "Έχει στεναχωρηθεί και δεν μας μιλάει."
Η Άννα στήριξε το αριστερό χέρι της στο κομοδίνο.
"Α, να τη σηκώνεται η γριούλα.. μα όχι γριούλα, πού πας χωρίς το μπαστούνι σου γριούλα;"
Η Άννα πήρε φόρα και πήδηξε απ' το μπαλκόνι του 4ου ορόφου.


--------
by
Γιώργος

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

Followers

Δημοφιλείς αναρτήσεις