Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Ακτή (1 & 2) - by Γιώργος


Είναι η ιστορία της προηγούμενης εβδομάδας με μερικές αλλαγές και η συνέχεια της. Καλύτερα να τη διαβάσετε από την αρχή :)

Ακτή (εβδομάδα πρώτη)

Και αφού πέρασε από τις ακτές που καίγονται και τις κόκκινες θάλασσες και τα δάση του φεγγαριού και τα μπλε πεφταστέρια, το αγόρι περπάτησε στον γνωστό μας κόσμο και βρήκε εκείνο το κορίτσι σε μία ακτή, να κάθεται σκεφτική.

"Όταν θέλω να κατέβω εδώ " της είπε, "ψάχνω να βρω εσένα."
Το κορίτσι τινάχτηκε.
"Τι κάνεις εσύ εδώ πέρα;"
Μετά του είπε πιο ήρεμα:
"Αυτός ο κόσμος δεν είναι για ΄σένα."
Δεν ήξερε πού να κοιτάξει όσο του μιλούσε, γιατί τα μάτια του δεν ήταν στο πρόσωπό του. Στην πραγματικότητα, δεν φαινόταν καν να έχει μάτια. Άλλα έβλεπε, έτσι δεν είναι;
Κι η φωνή του ήταν σαν μικρού παιδιού.
-Πώς μπορείς χωρίς μάτια;
-Μπορώ. Τα μάτια σε απομακρύνουν απ' την αλήθεια.. είναι παραπλανητικά.
-Πώς το ξέρεις, αφού δεν είχες ποτέ...
-Είχα, αλλά τα έβγαλα. Έτσι έχω πιο δυνατές τις άλλες αισθήσεις.
-Αυτό είναι τρελό. Με τα μάτια αποκαλύπτεται όλη η ομορφιά του κόσμου. Με τα μάτια ερωτεύεσαι κεραυνοβόλα, με τα μάτια ανατριχιάζεις όταν βλέπεις ένα άγριο τοπίο, με τα μάτια καταλαβαίνεις τι συμβαίνει γύρω σου και ξέρεις πού να πατήσεις για να μη πέσεις.
-Τα κάνω όλα αυτά και χωρίς τα μάτια.
Ακολούθησε σιωπή. Το κορίτσι δεν έκανε πίσω.
-Ξέρεις γιατί ήρθα στην ακτή και δεν πήγα κάπου αλλού; Γιατί μ' αρέσει εδώ. Να κοιτάζω τον ορίζοντα.. Εκεί πέρα, κάτω, η θάλασσα συναντά τον ουρανό. Κι από εκεί έρχονται όλοι οι γλάροι. Και ο ήλιος είναι σαν να βυθίζεται στο νερό. Και καμιά φορά, τα σύννεφα σου δείχνουν σχήματα και ο ουρανός παίρνει περίεργες αποχρώσεις. Δεν ζηλεύεις που δεν τα βλέπεις όλα αυτά; Δεν νομίζω ότι μπορείς να τα νιώσεις χωρίς να τα δεις.
Το αγόρι δεν μίλησε.
Το κορίτσι τον κοίταξε και παρόλο που αυτός δεν είχε μάτια, το κορίτσι κατάλαβε την αδυναμία του, την ντροπαλότητα του, την ήττα του ίσως.
"Βλέπεις.." είπε το κορίτσι, "το παν δεν είναι η ψυχή. Η ψυχή μόνη της δεν μπορεί να σου δώσει πολλά. Οι αισθήσεις μας, η κάθε μία ξεχωριστά, και το μυαλό μας, την κάνουν δυνατή."
Το αγόρι γύρισε σιωπηλό από την άλλη και άρχισε να απομακρύνεται.
Το κορίτσι του φώναξε:
-Έι, πού πας;
Το αγόρι συνέχισε χωρίς να πει τίποτα.
-Γιατί φεύγεις, έλα......
Μα το αγόρι είχε εξαφανιστεί από την ακτή.

Μετά από λίγες μέρες, το αγόρι πήγε πάλι στην ακτή.
Κάθισε δίπλα της, μπροστά από τη θάλασσα.
Το κορίτσι τον είδε αλλά δεν μίλησε.
Περίμενε να περάσουν μερικά κύματα και του είπε:
-Γιατί έφυγες την προηγούμενη φορά;
-Δεν ξέρω.
-Γιατί ήρθες;
-Δεν ξέρω.. Κάνω απλά αυτό που θέλω την κάθε στιγμή.
-Αυτό που νιώθεις..
-Ναι.
Ένα πιο δυνατό κύμα έφερε ένα κοχύλι στην παλάμη του κοριτσιού και το πήρε πίσω.
-Ξέρεις, συγγνώμη που στα είπα όλα αυτά την προηγούμενη φορά.. Εγώ ίσως.. δεν πρέπει να έχω ψυχή.. Γι' αυτό μου φαίνονται παράξενα αυτά..... αλλά και πάλι, χωρίς την όραση χάνεσαι.. τον χάνεις τον άλλον: δεν μπορείς να δεις τα παιχνίδια των ματιών του όταν κρύβουν κάτι ξεχωριστό κάθε φορά, τις κινήσεις του όταν είναι γεμάτες χάρη και το χαμόγελο του όταν είναι βέβαια αληθινό, τα χείλη του όταν είναι στο χρώμα της ζωής, το δέρμα του όταν είναι νέο.. κι όλα αυτά μαζί ταυτόχρονα, μέσα σε μια στιγμή! Δεν μπορείς να δεις την ξεχωριστή ομορφιά του προσώπου του.. Εγώ μπορώ.
Το κορίτσι μιλούσε αργά και υπνωτιστικά, σαν να ονειρευόταν.
-Το πρόσωπο του ανθρώπου είναι το μεγαλύτερο θαύμα της φύσης, είπε τελικά.
-Αλλά όχι το δικό μου, είπε θλιμμένο το αγόρι.
Το κορίτσι έκανε μια απότομη κίνηση σαν να ξύπνησε από την ονειροπόληση της και είπε με πιο δυνατή φωνή:
-Όχι, γιατί; Τι έχει το δικό σου; Μια χαρά είναι το πρόσωπο σου! Δεν έχει απολύτως τίποτα.
Ακολούθησε σιωπή.
Όλα ηρέμησαν.
Ο αέρας τους έβρεχε με μικρές σταγόνες θαλασσινού νερού και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα κύματα στην ακτή κι οι ανάσες τους.
Το αγόρι τότε έκανε να σηκώσει το χέρι του στο πρόσωπο του κοριτσιού.
Το κορίτσι το κατάλαβε και τραβήχτηκε.
-Τι πας να κάνεις;; είπε ξαφνιασμένη.

Ακτή (εβδομάδα δεύτερη)

Το αγόρι ήταν σαν να μην άκουγε.
"Τι νομίζεις ότι πας να κάνεις! Δεν με ξέρεις καν!" είπε το κορίτσι με θυμό.
Το χέρι του έτρεμε καθώς το σήκωνε στον αέρα στο ύψος του λαιμού της.
"Δεν ακούς τι σου λέω; Δεν σε θέλω, φύγε από ΄δω! Γιατί δεν ακούς; Άσε ήσυχο το πρόσωπο μου!" του φώναξε και τον έσπρωξε πίσω.
"Είσαι ένα άσχημο και κακόμοιρο πλάσμα που δεν ξέρει τι κάνει.. που δεν μπορει να δει, δεν έχει φίλους και μιλάει σαν χαζό.. φύγε από 'δω, μου προκαλείς αποστροφή! " είπε με ένταση κι η φωνή της τώρα είχε αλλαγμένη χροιά.
Όσο όμως και να προσπαθούσε να τον απομακρύνει, το αγόρι επέμενε το ίδιο.
Έτσι αυτή σιγά σιγά άρχισε να αντιστέκεται λιγότερο και καθε φορα που του έλεγε να φύγει, η φωνή της ακουγόταν όλο και πιο αδύναμη και πιο παρακλητική.

Και μόλις έπιασε το πρόσωπο της, εκείνη σιώπησε εντελώς.
Το σαγόνι της ήταν απαλό και καθώς έσυρε τα δάχτυλα του στο στόμα της, ένιωσε τα χείλη της. Τα ένιωσε σκληρά και ξερά, και πιο πάνω, άγγιξε την μύτη της, και η μύτη της ήταν τραχιά και ξεφλουδισμένη, και άγγιξε το μάγουλο της, και το μάγουλο της ήταν γεμάτο ουλές και σημάδια, και άγγιξε πίσω το αυτί της, και το αυτί της ήταν παραμορφωμένο και όπου και να ψηλάφιζε, τίποτα δεν έμοιαζε φυσιολογικό! Και το αριστερό της μάτι ήταν βουλωμένο και πρησμένο και το δεξί της μάτι.. το δεξί της μάτι ήταν απλά κλειστό και ακούμπησε τα βλέφαρα της και τα βλέφαρα της έτρεμαν. Κι αυτή έτρεμε σύγκορμη. Καυτά δάκρυα είχαν γεμίσει τα δάχτυλα του αγοριού.

"Και τι κατάφερες τώρα;" είπε το κορίτσι ξεσπώντας σε λυγμούς, "είδες πόσο άσχημη είμαι.. όχι άσχημη.. όχι.. είμαι ένα τέρας. Και όλοι με φοβούνται και κανείς δεν με πλησιάζει και είμαι μόνη μου όλο τον καιρό. Κι αν μπορούσες κι εσύ να δεις, θα είχες κιόλας φύγει τρέχοντας από εδώ."

"Όχι, όχι, εγώ βλέπω, εγώ βλέπω, αυτοί δεν βλέπουν" είπε το αγόρι με τη λεπτή φωνούλα του που έσπαγε από τη συγκίνηση. "Αυτοί δεν βλέπουν.. αυτοί.. εγώ βλέπω." επαναλάμβανε παραληρηματικά και το κορίτσι συγκλονισμένο το άγγιξε για πρώτη φορά και αγκαλιάστηκαν τόσο σφιχτά και τόσα ήταν τα δάκρυα και τα φιλιά τους που στο τέλος είχαν λυτρωθεί και όλα γύρω τους ήταν διαφορετικά, γιατί είχαν γεμίσει απ' την αγάπη τους. Γιατί η θάλασσα ήταν κόκκινη, και μπλε αστέρια έπεφταν απ' τον ουρανό, και η ακτή είχε πάρει φωτιά και πίσω τους απλώνονταν τα ατελείωτα δάση του φεγγαριού.

------------
by
Γιώργος









0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

Followers

Δημοφιλείς αναρτήσεις