Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Dark Stories - The END


1.γεγονότα έχουν συμβεί πριν 17 χρόνια, και είναι νωπά ακόμα στις μνήμες όσων το έχουν ζήσει που κατέφυγαν ως και σε φάρμακα για να τα αποβάλουν από το μυαλό τους. Τα πρόσωπα έχουν αλλαχτεί για ευνόητους λόγους. H ιστορία είχε γίνει στην Αμερική στο Σαν Φρανσίσκο.

Ήταν Μάρτιος του 1991 και το παντρεμένο ζευγάρι με το όνομα Τζορτζ και Μάρθα ήταν έτοιμοι να βγουν για φαγητό με τον πρόεδρο της εταιρίας που δούλευε ο Τζορτζ. Είχαν στολιστεί και ετοιμαστεί και περίμεναν ένα πράγμα. Την νταντά που προσλάμβανε για να προσέχει τον οκτάχρονο γιο τους Μάρτιν. Η ώρα περνούσε και η νταντά αργούσε να έρθει. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο και η νταντά ήταν στην άλλη γραμμή. Η νταντά τους είχε πει πώς θα αργούσε και άλλο επειδή ήταν στο γιατρό με τη θεια της και έπρεπε να μείνει. Οι γονείς δεν ήξεραν τι να κάνουν μιας και δεν ήθελαν να χάσουν το δείπνο επειδή ήταν σημαντικό. Ο Μάρτιν που κατάλαβε τι έγινε, είπε στην μαμά του να μην ανησυχεί και πως θα μπορούσαν να φύγουν αφού κλείδωνε ο ίδιος καλά τη πόρτα και θα περίμενε την νταντά να έρθει. Θα πρόσεχε πολύ. Η μητέρα δεν ήθελε αλλά ο γιος της ήταν τόσο πειστικός που τους έπεισε τελικά. Το ζευγάρι αποχώρισε από το σπίτι και ο Μάρτιν αφού κλείδωσε καλά τη πόρτα, πήγε στην κουζίνα όπου έβγαλε από το ψυγείο μια σακούλα με ποπ κορν, τα γέμισε σε ένα μεγάλο μπολ και έβαλε στο ποτήρι του κόκα κόλα. Πήγε στο σαλόνι, άνοιξε τη τηλεόραση και ήταν έτοιμος να απολαύσει το θρίλερ που έπαιζε, μέχρι να ερχόταν η νταντά όπου και αναγκαστικά θα πήγαινε στο δωμάτιο του. Η ώρα πέρασε και άλλο, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Ήταν απλά καταιγίδα που ξέσπασε ξαφνικά, και άρχισε στο λεπτό να βρέχει μανιωδώς. Ο Μάρτιν συνέχιζε να βλέπει τηλεόραση, μέχρι που έγινε το χειρότερο. Η καταιγίδα ήταν τόσο ισχυρή που έπεσαν τα φωτά του σπιτιού και της γειτονιάς. Η τηλεόραση έκλεισε, και ο Μάρτιν περίμενε τώρα την νταντά να έρθει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Όταν μέσα στο σκοτάδι ακούστηκε μια φωνή να λέει, “Για, θέλεις να παίξουμε; θέλεις να παίξουμε κρυφτο;”. Ο Μαρτίν τρόμαξε. Δεν άκουσε κανέναν θόρυβο από κάποιον να μπαίνει στο σπίτι, και η πόρτα ήταν καλά κλειδωμένη, καθώς και τα παράθυρα. Η φωνή ήταν παιδική και ενός μικρού κοριτσιού. Ξανακούστηκε πιο έντονα αυτή τη φορά. “Θες να παίξουμε; θες να παίξουμε; θες να παίξουμε;”. Ο Μάρτιν πανικοβλήθηκε. Προσπάθησε να μην κλάψει, κράτησε τις δυνάμεις του, πέταξε κάτω τα ποπ κορν και την κόκα κόλα, και μη κάνοντας άλλο θόρυβο, κατευθυνόταν με αργά βήματα στο δωμάτιο του. Μπήκε στο δωμάτιο και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Περίμενε την νταντά. Η ώρα πέρασε και η φωνή δεν ακουγόταν άλλο. Ο Μάρτιν ήταν ακόμα τρομαγμένος, μέχρι που χτύπησε η πόρτα. Αμέσως σκέφτηκε πως ήταν η νταντά που τελικά ήρθε. Βγήκε από το κρεβάτι του, άνοιξε την πόρτα σιγά σιγά, και πήγαινε προς την εξώπορτα. Όταν η φωνή ξανακούστηκε αλλά αυτή την φορά δυνατά, “έλα να παίξουμε, έλα να παίξουμε”. ο Μάρτιν γύρισε πίσω το κεφάλι του και είδε…….. και άρχισε να ουρλιάζει. Η νταντά που άκουσε τις κραυγές με την βοήθεια των γειτόνων έσπασε τη πόρτα και βρήκε το παιδί στο πάτωμα μη μπορώντας να αναπνεύσει. Αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο και πήγαν στο νοσοκομείο, όπου έφτασαν και οι γονείς εκεί έντρομοι. Μετά από μέρες και αφού οι γιατροί προσπαθούσαν να δουν τι φόβισε το παιδί τόσο πολύ, Ο Μάρτιν έβγαλε μόνο μια φράση από το στόμα του, “δεν έχει πρόσωπο, δε έχει πρόσωπο”. Ο Μάρτιν δεν ξαναμίλησε, και 2 χρόνια μετά ήταν υπό την ιατρική περίθαλψη γιατρών και ψυχολόγων. Οι γονείς ποτέ δεν έμαθαν τι είχε συμβεί. Παρά μόνο 8 μήνες αργότερα πολλοί στη γύρω περιοχή άρχισαν να κάνουν εικασίες για ένα παλιό εργοστάσιο εγκαταλειμμένο. Η ιστορία έλεγε πώς το 1950 κάτι παιδιά είχαν μπει κρυφά μέσα για να παίξουν κρυφτό. Τότε ξέσπασε μια μεγάλη πυρκαγιά και τα παιδιά χωρίς τη βοήθεια κανενός εγκλωβίστηκαν μέσα και κάηκαν ζωντανά. Μάλιστα τα πτώματα ήταν τόσο καμένα που σόκαραν και τον ίδιο τον ιατροδικαστή. Από τότε έλεγαν πολλοί για περίεργα πράγματα που συνέβαιναν στο εργοστάσιο μιας και δεν ξανακτίστηκε. Δυο παιδιά που πήγαν εκεί περά βράδυ, άκουγαν γέλια και φωνές να ακούγονται από μέσα και φυσικά το βαλαν στα πόδια. Ο Μάρτιν δεν ξαναμίλησε παρά μόνο στα 22 του χρόνια και με τη βοήθεια ύπνωσης εκμυστηρεύτηκε τι του συνέβη. Η υπόθεση είναι ακόμα ανοιχτή.

2.Η Μοναχή...

 Η ιστορία που θα σας διηγηθώ, έλαβε χώρα σε ένα μοναστήρι το οποίο βρίσκεται στην Βόρεια Ελλάδα. Σε αυτό το μοναστήρι ζούσαν περίπου πενήντα μοναχές μαζί με την ηγουμένη. Η ζωή τους κυλούσε με τους ίδιους ρυθμούς κι έκαναν σχεδόν κάθε μέρα τις ίδιες δουλειές.

Μια μέρα σαν όλες τις άλλες είχαν καθίσει όλες οι μοναχές να φάνε και ξεκίνησε μια συζήτηση άγνωστου περιεχομένου. Πάνω στην κουβέντα όμως ξέσπασε μια έντονη λογομαχία ανάμεσα στην ηγουμένη και σε μια μοναχή. Οι τόνοι όμως ανέβηκαν πολύ και άρχισε η μία να βλαστημάει την άλλη. Τότε η μοναχή σηκώθηκε, άρπαξε ένα μαχαίρι και πάνω στα νεύρα της το κάρφωσε πάνω σε μια εικόνα της Παναγίας. Μετά από αυτό ο καβγάς σταμάτησε.
Τα χρόνια πέρασαν. Κι αν όχι όλες, οι περισσότερες μοναχές πέθαναν. Το περίεργο σε όλη την ιστορία είναι ότι η μοναχή που κάρφωσε το μαχαίρι στην εικόνα έχει κι αυτή πεθάνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αλλά το χέρι της που έμπηξε το μαχαίρι στην εικόνα ακόμα δεν έχει λιώσει.
3.Η ΚΟΥΚΛΑ....

 Ήταν μια οικογένεια η οποία μετακόμισε πριν μια εβδομάδα σε ένα ήρεμο χωριό, δεν ξέρω το όνομα. Μια Κυριακή λοιπόν η μητέρα αποφάσισε να πάει με την κόρη της και να ψωνίσουν. Η Μαργαρίτα, η οποία πήγαινε δημοτικό, επειδή μεγάλωσε πολύ και δεν της έκαναν τα φορέματα πια. Η μητέρα της είδε ένα μικρό μαγαζί στην γωνία της πλατειάς, μπήκαν μέσα και η μητέρα της της πήρε ένα γαλάζιο φόρεμα, άσπρα γάντια, μαύρα παπούτσια και ένα ωραίο άσπρο καπέλο.

Επειδή η μητέρα ήταν πολύ κουρασμένη αποφάσισε να πάνε σπίτι. Στο δρόμο για το σπίτι τους η μικρή Μαργαρίτα είδε ένα μεγάλο διώροφο μαγαζί με παιδικά παιχνίδια, και τότε το κοριτσάκι είδε στην βιτρίνα του μαραζιού μια κούκλα από πορσελάνη σχεδόν όμοια της, η οποία ήταν με ξανθά μακριά μαλλιά. Η κούκλα φορούσε γαλάζιο φόρεμα με μαύρα παπούτσια και άσπρα γάντια, και είχε ένα πανέμορφο άσπρο καπέλο.
Η μικρή Μαργαρίτα ήξερε από την αρχή ότι την θέλει και είπε στην μητέρα της «μαμά κοίτα πόσο όμορφη είναι αυτή η κούκλα, την θέλω πολύ». Αλλά η μητέρα της επειδή ήταν πολύ κουρασμένη και δεν είχε μαζί της άλλα χρήματα είπε στην μικρή ότι αυτή την στιγμή δεν μπορεί να την πάρει και έτσι γύρισαν στο σπίτι. Την επομένη μέρα η Μαργαρίτα θα πήγαινε στο σχολειό και έπρεπε να κοιμηθεί νωρίς. Και έτσι η μέρες περούσανε και σιγά σιγά η μικρή κοπέλα ξέχασε την κούκλα, ως που ήρθαν τα Χριστούγεννα και το πρωί που ξύπνησε η μικρή κοπέλα πήγε στο σαλόνι όπου εκεί είδε κάτω από το δέντρο ένα μεγάλο κουτί και από την περίεργα της το άνοιξε και τι να δει; Η πανέμορφη κούκλα από την βιτρίνα, την πήρε αμέσως στην αγκαλιά της.
Συνέχεια έπαιζαν μαζί και η γονείς της δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποια είναι ποια! Ήταν τόσο όμοιες που δύσκολα μπορούσε κάνεις να τις ξεχωρίσει. Σχεδόν κάθε βράδυ η Μαργαρίτα την έπαιρνε μαζί της και κοιμόντουσαν μαζί αλλά η μικρή Μαργαρίτα μεγάλωσε και σιγά σιγά την εγκατέλειψε. Ένα βράδυ η κοπέλα πήρε την κούκλα πάνω στο δωμάτιο της όμως δεν την έβαλε στο κρεβάτι αλλά την άφησε κάτω να κοιτάζει τον τοίχο, γιατί φοβόταν το ένα μάτι που έλειπε από την κούκλα.
Τα μεσάνυχτα ξαφνικά από το δωμάτιο της μικρής κοπέλας ακούστηκε μια παιδική παραπονεμένη φωνή η οποία της είπε «Μαργαρίτα γιατί δεν με κάνεις άλλο παρέα, με βαρέθηκες; Με φοβάσαι επειδή μου λείπει το ένα μάτι η επειδή έχω χαρακιές στο πρόσωπο μου; Αλλά και αυτό εσύ μου το έβγαλες! Μήπως επειδή είμαι βρώμικη; Αλλά εσύ με άφησες έτσι. Μήπως επειδή το ένα μου γάντι λείπει; Αλλά και εκείνο εσύ μου το έβγαλες». Η μικρή Μαργαρίτα τρόμαξε με αυτά που της είπε η κούκλα και μπήκε κάτω από τα παπλώματα και έτρεμε.
Μια στιγμή η φωνή πλησίαζε όλο και πιο κοντά της. Την επόμενη μέρα η μητέρα της φωνάζει την μικρή κοπέλα αλλά δεν απάντησε κανείς και έτσι η μητέρα της ανέβηκε πάνω, μπήκε στο δωμάτιο της μικρής και τι να δει; Η μικρή κοπέλα στεκόταν όρθια μπροστά στο τοίχο. Η μητέρα της πλησίασε και την ακούμπησε από τον ωμό, ήταν παγωμένη και την γύρισε απότομα, στην μικρή κοπέλα έλειπε το ένα μάτι και στο πρόσωπο είχε χαρακιές. Στον τοίχο έγραφε με κεφαλαία γράμματα «ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕΣ;»

ΑΥΤΕΣ ΗΤΑΝ ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΦΕΤΟΣ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΨΗΦΩΝ ΣΑΣ!!!
ΚΑΙ ΚΑΠΟΥ  ΕΔΩ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Η ΣΤΗΛΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΦΕΤΟΣ!!!!!!!!
 ΝΑ ΣΤΗΡΙΞΕΤΕ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΜΑΣ ΣΤΑ ΒΡΑΒΕΙΑ
 ''THE A CITY AWARDS 2013''   
ΠΑΤΗΣΤΕ ΠΑΝΩ,ΜΠΕΙΤΕ ΚΑΙ ΨΗΦΙΣΤΕ!!!!!!
!!!!!!!!!ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!!!!!!!!!!


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

Followers

Δημοφιλείς αναρτήσεις