Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ο Νεαρός Εργάτης - By Γιώργος






Εδώ είναι μια παλιά μου ιστορία.

                                                        Ο Νεαρός Εργάτης

Δεν ήταν παρά ένας νεαρός εργάτης. Ήταν η πρώτη του φορά που έφευγε απ' το σπίτι. Καθόταν με τους άλλους νέους εργάτες και έπιναν σε ένα καφενείο του χωριού μες στο καυτό μεσημέρι. Κάτω από τη σκιά, μετά απο παραγωγική δουλειά και πίνοντας από το παγωμένο νερό της πηγής. Ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή.

"Θα μείνω εδώ για 10 ακόμη χρόνια", είπε με μια νεογέννητη αρρενωπότητα και κατέβασε κάτω το ποτήρι αργά και με στυλ και άφησε το βλέμμα του ελεύθερο γύρω.

Ένα κορίτσι περνούσε τότε απ' έξω με γρήγορο βήμα και το κεφάλι ψηλά. Ήταν αφηρημένος μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε δει ομορφότερο πλάσμα στη ζωή του. Φτερούγισε η καρδιά του, ένιωσε κάτι αγνώριστο, ασυναγώνιστο, ένα παντοδύναμο κάλεσμα της ίδιας της ζωής. Ω, σίγουρα έσφυζε από ζωή τότε!
Όταν πέρασε κι έφυγε η νεαρή, λέει δυνατά προσπαθώντας να κρατήσει τον χειμαρρώδη ενθουσιασμό του:
" Θα μείνω εδώ όλη μου τη ζωή και θα κάνω αυτό το κορίτσι νύφη μου!".
Οι φίλοι του άρχισαν να γελάνε,-ένα πραγματικό γέλιο που βγαίνει από την ψυχή-, να τον πειράζουν και να τον προκαλούν.
" Θα το κάνω ρε 'σεις! ", απαντούσε αυτός. "Θα το κάνω! Απόψε κιόλας!"

Το βράδυ λοιπόν, ο νεαρός είχε πάει έξω από το σπίτι της. Είχε γρασίδι κάτω, είχε και λίγα διάσπαρτα δέντρα... εξοχή. Το σπίτι ήταν διώροφο. Είχε φως στο πάνω δωμάτιο. Ο νέος δεν ήξερε από τέτοια, δεν είχε καμία εμπειρία... αλλά αύτη ήταν σαν άγγελος, δεν μπορούσε να την αφήσει έτσι.

Είχε καταλάβει από μια κουβέντα κάποιων χωριανών στο καφενείο ότι έμενε με τον αδερφό της. Θυμήθηκε μερικά λόγια τους :
" Ένας άντρας με θάρρος και υπερηφάνεια. Σωστός αδερφός, ξέρει να την προσέχει. "
" Έχω ακούσει ότι κουβαλάει πάντα ένα όπλο πάνω του."
" Είναι μάγκας ο τύπος, δεν φοβάται τίποτα. "

Ο νέος δεν θα έφευγε. Είχε ήδη φτάσει ως εκεί και πήρε την απόφαση του. Θα σκαρφάλωνε στο μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου. Πήγε σε έναν σωλήνα και άρχισε να ανεβαίνει με τα δυνατά σκληρά χέρια του, ακόμη άσπρα από την οικοδομή.

Ανέβηκε. Η πόρτα ήταν τζαμαρία, μισόκλειστη και είχε κουρτίνες. Τράβηξε λίγο την κουρτίνα προσεκτικά και είδε μέσα.
"Χριστέ μου, είναι το δωμάτιο της!"
Ήταν αυτή εκεί, σε σημείο που δεν μπορούσε να τον δει, μες στις πιτζάμες της και έφτιαχνε τα μαλλιά της. Τα χτένιζε και έκοβε προσεκτικά κάτι μικρές τούφες.
"Τόσο όμορφη.."

Αυτός καθόταν και κοιτούσε θαμπωμένος. Είχε μαγευτεί. Ήθελε τόσο πολύ να την αγγίξει, να την νιώσει, να την αγκαλιάσει. Η έλξη ήταν ακατανίκητη. Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο.
Μπήκε τρέχοντας μέσα και την έπιασε δυνατά από τους ώμους και την φίλησε στο μάγουλο.
Το κορίτσι ούρλιαξε από το φόβο της και μες στην τρομάρα της προσπάθησε να αμυνθεί με ό,τι κρατούσε. Έτσι αστραπιαία γύρισε και κάρφωσε με τη μύτη του ψαλιδιού τον νεαρό στο στομάχι.

Ο νεαρός διπλώθηκε κρατώντας την ματωμένη του κοιλιά και με φανερό τον πόνο στο πρόσωπο του. Και τότε είδε, μέσα από τα αίματα πάνω στο ψαλίδι, ήταν κάπου χαραγμένο το όνομα της.
Έτσι, με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει και με το αίμα να βάφει τα κάτω χείλη του και να κυλά αργά προς το σαγόνι, λέει χαμογελαστά :
" Σε ερωτεύτηκα τρελά, Δάφνη."

By
Γιώργος

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

Followers

Δημοφιλείς αναρτήσεις