Dark Stories

---------------------------------------------------------------------------------
Ο Άγιος Νικόλας........???

Ένα βράδυ λοιπόν, ο πατέρας μου και ένας ξάδελφος του γύριζαν σπίτι. Κάποια στιγμή κατάλαβαν ότι κάποιος τους ακολουθούσε. Γυρνάνε και βλέπουν έναν γέρο, ο οποίος όμως ήταν κάπως περίεργος και φαινόταν κάπως θαμπά. Τον ρωτάνε λοιπόν μπας και ήταν κανένας χωριανός αλλά καμία απάντηση. Πιτσιρικάδες ήταν και ψιλοχεστήκανε οπότε είπαν να συνεχίσουν τον δρόμο. Ο παππούς όμως σε όλον τον δρόμο από πίσω τους σε σταθερή απόσταση.
Κάποια στιγμή για να τον αποφύγουν είπαν να σκαρφαλώσουν σε ένα σημείο που έβγαζε σε ένα δρομάκι για το σπίτι. Ανεβαίνουν, και αφού περπατάνε για λίγο κοιτάνε πίσω και βλέπουν τον παππού να έχει ανέβει και να κάθεται σε μια πέτρα κοιτάζοντας τους. Αρχίζουν να φωνάζουν “γιαγιά γιαγιά”, Ώστε να ερχόταν η γιαγιά από το σπίτι να τα πάρει να πάνε μαζί. Με το που απαντάει η γιαγιά γυρίζουν πίσω και ο γέρος είχε εξαφανιστεί.
Από ότι μου λέει ο πατέρας μου πίσω από εκεί που ανέβηκαν δεν μπορούσε να πάει κανείς γιατί ήταν πολύ απότομο, αριστερά είχε ένα χωράφι το οποίο ήταν περιφραγμένο και δεξιά είναι γκρεμός. Μια μέρα με είχε πάει στο σημείο και όντως η περιγραφή του ήταν ακριβής (μόνο ο φράκτης από το χωράφι δεν υπήρχε πλέον).
Το είπαν στην γιαγιά τους και τους είπε ότι ήταν ο Άγιος Νικόλας που τα ακολουθούσε και καλά να τα προστατέψει μέχρι να φτάσουν σπίτι. Από εκεί κάτω που πέρασαν έχει ένα εκκλησάκι του Άγιου Νικόλα. Ο πατέρας μου δεν το πιστεύει ότι ήταν ο Άγιος Νικόλας, αλλά το τι έγινε ο παππούς που τους ακολουθούσε ένας θεός ξέρει.


--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
 Η ΚΟΥΚΛΑ....

 Ήταν μια οικογένεια η οποία μετακόμισε πριν μια εβδομάδα σε ένα ήρεμο χωριό, δεν ξέρω το όνομα. Μια Κυριακή λοιπόν η μητέρα αποφάσισε να πάει με την κόρη της και να ψωνίσουν. Η Μαργαρίτα, η οποία πήγαινε δημοτικό, επειδή μεγάλωσε πολύ και δεν της έκαναν τα φορέματα πια. Η μητέρα της είδε ένα μικρό μαγαζί στην γωνία της πλατειάς, μπήκαν μέσα και η μητέρα της της πήρε ένα γαλάζιο φόρεμα, άσπρα γάντια, μαύρα παπούτσια και ένα ωραίο άσπρο καπέλο.