Τόσο Ίδιος και Τόσο Διαφορετικός - ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ


----------------
Το επεισόδιο που ανέβηκε πριν λίγο δεν ήταν ολοκληρωμένο. Αυτό είναι το τελικό.
----------------

Μπήκε από την πίσω μεριά και κάθησε στη θέση με τα 4 καθίσματα (που τα 2 είναι απέναντι από τα άλλα 2). Ήταν λίγοι στο λεωφορείο και ο κ. Στάθης παρατήρησε ξανά το άγριο πρόσωπο του οδηγού από τον καθρέφτη μπροστά.

Στην επόμενη στάση μπήκε ένας ξανθός και κάπως παχουλός κύριος και κάθησε απέναντι του. Είχε έναν αέρα σιγουριάς γύρω του που έκανε τον κ. Στάθη να τραβηχτεί λίγο. Πότε άλλωστε δεν του άρεσε να κάθεται απέναντι σε άλλους στο λεωφορείο. Τώρα όμως ήταν αργά για να φύγει.

"Έχετε φωτιά;", τον ρώτησε ο ξανθός κύριος βγάζοντας ταυτόχρονα με αργές κινήσεις ένα τσιγάρο.
"Όχι, δεν καπνίζω." είπε ο κ. Στάθης κάπως κοφτά.
"Χάνετε.. Κι εγώ χάνω τους αναπτήρες μου." είπε μ' ένα θεατρικό χαμόγελο.
Έπειτα έστρεψε πάλι το βλέμμα του προς τον κ. Στάθη.
"Σας ξέρω άπο κάπου;" είπε ο κ. Στάθης που ένιωθε αμήχανα.
"Όχι.. εκτός αν έρχεστε συχνά στην εκκλησία. Εγώ πηγαίνω κάθε μέρα. Και τώρα εκεί πηγαίνω. Είμαι βοηθός του παπά!"
Πράγματι, ο κ. Στάθης πρόσεξε ότι φορούσε μαύρα ρούχα και παπούτσια.
"Εσείς που πηγαίνετε, αν επιτρέπεται;"
"Πουθενά.. Δηλαδή όχι κάπου συγκεκριμένα εννοώ.."
"Τότε ελάτε μαζί μου στην εκκλησία."
"Δεν πηγαίνω.. Δεν πιστεύω στο Θεό.."
"Αυτό δεν εχεί σχέση. Αυτό είναι το λιγότερο! Είναι πιο πολύ το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα, η επιβλητικότητα, οι τοιχογραφίες, η ψηλή οροφή, τα σιγανά λόγια του παπά και η ησυχία που ηρεμεί σώμα και ψυχή.. Δεν έχετε ακούσει που λένε: Είστε λίγο διαφορετικοί κάθε φορά που μπαίνετε και βγαίνετε από την εκκλησία;"
"Δεν νομ.."
"Ελάτε να δοκιμάσετε κι αν είναι φεύγετε. Έχω κι έναν φίλο μου να σας γνωρίσω.."
Ο κ. Στάθης ήξερε πως δεν ήθελε με τίποτα να γνωρίσει κανέναν φίλο του και ήξερε επίσης ότι δεν θα τον άφηνε ήσυχο μέχρι να δεχθεί.
"Σύμφωνοι." είπε ο κ. Στάθης χαμογελώντας.
"Στάθης" είπε και άπλωσε το χέρι του για χειραψία με ένα διεισδυτικό ύφος στο πρόσωπο του.
"Paul" είπε με έντονη προφορά ο άλλος και γέλασε.
"Παύλος" είπε μετά λίγο πιο σοβαρά και έδωσε το χέρι του.

Μετά από λίγο έφτασαν και μπήκαν στην εκκλησία. Η πρωινή λειτουργία είχε αρχίσει ήδη και ο Παύλος είπε ψιθυριστά " Φεύγω εγώ, κ. Στάθη, πάω από πίσω." και έφυγε βιαστικά.
O κ. Στάθης προχώρησε με μικρά βήματα προς τα καθίσματα και κάθησε σε μία μακρινή από τον κόσμο και απομονωμένη θέση, κάπου στη μέση. Οι περισσότεροι που βρίσκονταν στην πρωινή λειτουργία ήταν ηλικιωμένοι και παιδιά κάποιου σχολείου και κάθονταν μπροστά μπροστά.

Ο κ. Στάθης ένιωθε κουρασμένος. Είχε αυτή την παράξενη άισθηση ότι ήταν ξύπνιος για μέρες.. ότι διαφορετική μέρα μίλησε στους αστυνομικούς, διαφορετική μέρα έπεσε στην ομίχλη, διαφορετική μέρα πήγε στην εκκλησία.. Κι όμως δεν είχαν περάσει ούτε τρεις ώρες..Έστρεψε τα μάτια του προς την οροφή. Ήταν πράγματι ψηλή. Άρχισε να κατέβαζει το βλέμμα του σιγά σιγά βλέποντας τις τοιχογραφίες και τα μάτια του άρχισαν να κλείνουν κι άρχισε να φαντάζεται πράματα μ' αυτές τις τοιχογραφίες και να γλιστρά στον κόσμο του υποσυνείδητου..

Το σιγανό πνιχτό γέλιο ενός παιδιού, τα βλέμματα αγάπης και συμπόνιας των ασπροντυμένων αγγέλων, οι ψαλμοί του παπα που ανέβαζε λίγο τη φωνή του σε φράσεις όπως "..δεν θα φοβηθώ..", "..αναρίθμητα πλήθη..", "..επιτίθενται όλοι μαζί εναντίον μου.." ..
όλα εξαφανίζονταν
αργά και
ειρηνικά...

------

Όταν ο κ. Στάθης άνοιξε τα μάτια του, η αίθουσα ήταν άδεια. Άργησε να καταλάβει πού ήταν και πώς είχε βρεθεί εκεί. Για μια στιγμή, νόμισε πως βρισκόταν σε όνειρο..
Μερικά δευτερόλεπτα μετά, είδε τον ιερέα να μπαίνει από την πίσω μικρή πόρτα. Φαινόταν σαν να προετοιμάζεται για κάτι. Όταν είδε τον κ. Στάθη, τον κοίταξε με ένα φιλίκο χαμόγελο.
"Α, ώστε ξυπνήσατε.. Σας άφησα γιατί έτσι όπως σας έβλεπα λυπήθηκα να σας ξυπνήσω."
Ο κ. Στάθης δεν είχε ανακτήσει ακόμη την αίσθηση του χώρου και του χρόνου γύρω του. Κοιτούσε τον παπά με ένα κενό βλέμμα που είχε ωστόσο ένα σημάδι ανταπόδοσης της ευγένικής του στάσης.
"Ξέρετε, τα όνειρα εδώ μέσα τα στέλνει ο ίδιος ο Θεός. Είδατε τίποτα;"
Ο κ. Στάθης έδειχνε να σκέφτεται. Ναι, είχε δει..
Στο όνειρο του ήταν μόνος και κατεβαινε εναν ψηλό αμμώδη λόφο προς τη παραλία που φαινόταν κάτω. Κι ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και είχε ιδρώσει. Οσο κατέβαινε και άρχισε να βλέπει καλύτερα, η παραλία φαινόταν σαν καλυμμένη απο κάτι, μέχρι που έφτασε αρκετά κοντά για να καταλάβει ότι αυτό που έβλεπε ήταν άνθρωποι. Παντού άνθρωποι. Ομπρελες, ψάθες, μπάλες, τέννις, βόλευ.. και ηταν τόσο κολλημένοι που δεν μπορούσες να περάσεις.
Κατηφορίζοντας, ο κ. Στάθης έχασε την ισορροπία του και έπεσε πάνω σε έναν ηλικιωμένο. Κι εκείνος γύρισε κι άρχισε να του φώναζει και να τον προσβάλλει και όλοι γύρισαν προς το μέρος του κ. Στάθη. Κι αυτός δεν ήξερε τι να κάνει μες την ντροπή και την αγοραφοβία του. Μέσα στον κόσμο είδε το κορίτσι από το πάρτυ να τον κοιτάει κοροϊδευτικά.
Μέχρι που ήρθε ένας μεσήλικας που μικρόδειχνε και τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε σε μια σκηνή ήσυχη, δροσερή. Και του συστήθηκε ως Μάριος, παρόλο που ο κ.Στάθης δεν τον είχε ξαναδεί στη ζωή του. Και του έφτιαξε καφέ, και του έδωσε και κατι να φάει κι έπειτα του είπε να περιμένει. Κι ο κ.Στάθης ξάπλωσε πάνω στη δροσερή άμμο κάτω από την ευρύχωρη σκηνή.
Και περίμενε και περίμενε, μέχρι που η σκηνή άρχισε να πέφτει. Και τον κουκούλωσε. Και αυτός πάλευε να βγει από τα πανιά. Και όταν βγήκε, δεν ήταν κανείς έξω. Και φυσούσε...

"Όχι, δεν είδα..", απάντησε ο κ.Στάθης.
"Περίεργο, γιατί όσο σας παρατηρούσα το μεσημέρι ήμουν σίγουρος ότι ονειρευόσαστε.. ότι βρίσκεστε σε μια έρημο."
"Τι εννοείτε το μεσημέρι; Τι ώρα είναι;", είπε απότομα ο κ.Στάθης
"Τώρα βραδιάζει. Σε λίγα λεπτά ξεκινά η Εσπερινή Λειτουργία, μπορείτε να καθίσετε αν θέλετε..", είπε γαλήνια ο παπάς.
Ο κ. Στάθης γύρισε και κοίταξε την μεγάλη πόρτα και είδε πως είχε σχεδόν σκοτεινιάσει έξω.
"Πρέπει να φύγω" είπε. "Άλλωστε δεν πιστεύω.. ο βοηθός σας με έφερε εδώ με το ζόρι..", πρόσθεσε με μια μικρή δόση θυμού.
"Ποιος βοηθός μου κύριε;", ρώτησε το ίδιο γαλήνια ο παπάς.
"Ο βοηθός σας.. ο Παύλος"
"Ποτέ μου δεν είχα βοηθό κύριε. Με συγχώρειτε τώρα." είπε και περπάτησε προς τη θέση του. "Εις το επανειδείν.."

Ο κ. Στάθης βγήκε βιαστικά έξω, συγκρουόμενος και περνώντας ανάμεσα από τα πλήθη της Εσπερινής Λειτουργίας. Μέχρι που έμεινε μόνος και τότε συνειδητοποίησε πως δεν
ήξερε πού να πάει. Είδε μια στάση και έτρεξε προς τα εκεί. Μια γνωστή φιγούρα... Ήταν η κ. Μαίρη από τη βιβλιοθήκη. Άρχισαν να μιλάνε. Η κοπέλα με τις τσάντες σηκώθηκε
και κατάλαβαν πως έρχεται το λεωφορείο. Μπήκαν μέσα. Η κ. Μαίρη κατέβηκε μετά από λίγο..
"Πώς είναι να ζεις συνέχεια μόνος σου;". Η ερώτηση της κ. Μαίρης που δεν την είχε ουσιαστικά απαντήσει τον βασάνιζε. Ήθελε να την δίωξει από μέσα του αλλά τον είχε αγκαλιάσει σαν κισσός. Ξαφνικά ένιωσε θυμό. Τεράστιο θυμό για όλους. Τον κόσμο στο
λεωφορείο, την κ. Μαίρη, τον παπά, τον Παύλο.....
Δεν ήθελε να έχει πια έλεγχο της ζωής του. Σηκώθηκε με νεύρο και πάτησε το κουμπί για στάση.
"Δεν με νοιάζει τίποτα πια." ψιθύρισε.
Κατέβηκε. Και το λεωφορείο φεύγοντας πήρε κι όλη του την ένταση μαζι του. Τώρα όλα ήταν ήσυχα κι είχε νυχτώσει για τα καλά...
Μόνο σ' ένα σπίτι άνοιξε μια πόρτα και βγήκε έξω δειλά λίγο φως, όπως ένας κρατούμενος δραπετεύει από τη φυλακή. Και το φως ήρθε για να καλύψει μια ηλικιωμένη κυρία που στάθηκε πάνω στο χαλί της εξώπορτας και άρχισε να φωνάζει:
"Έλα, Γιαννάκο μου, το βραδυνό είναι έτοιμο. Κι όχι γρήγορα τις σκάλες, μη ξαναπέσεις. Θυμάσαι όταν ήσουν μικρός, δε θα θυμάσαι... Είχες χτυπήσει το γόνατο σου σ' αυτές
τις παλιοσκάλες."
Τώρα ο Γιάννης είχε ανέβει τις σκάλες. Πριν μπει, ακούστηκε πιο σιγανή η φωνή της ηλικιωμένης κυρίας.
"Άντε πήγαινε και κάθησε με τα παιδιά στη φωτιά. Και θα σας φέρω να φάτε."
"Φωτιά;", ακούστηκε για πρώτη φορά η φωνή του Γιάννη με απορία.
"Ε, την άναψα την αναθεματισμένη, τώρα που είμαστε και περισσότεροι.." είπε η γριά γελώντας καλόκαρδα.
Η πόρτα έκλεισε. Τίποτα δεν ακουγόταν πια. Και το μόνο φως ήταν το φως του φεγγαριού, που έπεφτε άπλετο και άσπριζε το προαύλιο του ανοιχτού σχολείου, λίγα βήματα πιο πέρα....

ΤΕΛΟΣ


Αφιερωμένο σ' όλες τις ψυχές που θέλουν να "εξαφανιστούν".

----------

by Γιώργος





Σχόλια