Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός -ALL

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 1)

 

"Θέλω κάτι να ξεχαστώ", σκέφτηκε ο Πέτρος. "Ένα παιχνίδι του PC που να με κρατήσει, έναν ασφαλή άνθρωπο να μιλήσω, να γελάσω και να τον ρωτήσω για τη δική του ζωή, μια χαζοπεριπέτεια στη τηλεόραση, οτιδήποτε.. Πάντα τα κρύβω μέσα μου όλα.. πόσο αδύναμος, αξιοθρήνητος νιώθω ώρες ώρες.. πού στον κόρακα είναι κι αυτό το τηλεκοντρόλ, δεν κάνει να ψάχνω γιατί σκέφτομαι όσο ψάχνω..."

Ο Πέτρος μόλις μπήκε βιαστίκα στο σπίτι, πέταξε την τσάντα, το μπουφάν και το τσαντάκι μέσης στο κρεβάτι του δωματίου του ατσούμπαλα σαν να έπαιρνε εκδίκηση και ένιωσε αυτήν την άμεση ανακούφιση ξεφορτώματος ενοχλητικών πραγμάτων, που ωστόσο δεν διήρκησε πολύ..

Είχε φάει ήδη έξω κάτι πρόχειρο στο χέρι και επομένως άνοιξε την τηλέοραση. Έπεσε σε ένα τραγούδι της Βανδής και προσπάθησε σε μια στιγμή να μπει στο κιτς περιβάλλον του βίντεο κλίπ, με τα τεράστια τακούνια και τα κάτασπρα πρόσωπα και τους απόλυτα τεχνικούς χορούς των ημίγυμνων κοριτσιών, αλλά αποφάσισε ότι θα απογοητευόταν τελικά γιατί ήταν τοοόσο μακρία από αυτόν.. Τώρα ήθελε ένα τραγούδι με αυθεντική ψυχή, παρόλο που ακόμη και αυτά τελευταία ένιωθε ότι είχαν αρχίσει να τον προδίδουν από την επανάληψη της ενέργειας.. Ήταν όμως το όπλο του, η έκφραση του, ναι!

Σε κάθε τραγούδι τέτοιο προσπαθούσε να συνδυάσει τους στίχους με την περίσταση του και σχεδόν πάντα το κατάφερνε! Είχε ταλέντο σε αυτό! Ή καμιά φορά έβαζε με την φαντασία του γνωστά του πρόσωπα και ειδικά 'αυτήν' στις πλοκές των τραγουδιών. Και αυτό ήταν. "Αυτή είναι η συντάγη αγαπητοί μου φίλοι. Για να σας συγκινήσει η μουσική χρειάζεται κι η συμμετοχή σας!", σκεφτόταν να το λέει μπροστά σε κοινό με θεατρικό ύφος..

Αυτό που ήθελε πάντοτε ήταν ένας άνθρωπος που να επικοινωνεί συμβολικά μαζί του και ωστόσο μυστηριωδώς (για έναν τρίτο) να συνεννοούνται. Να έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο η σχέση τους που όλα να τα κάνουν με τον δικό τους τρόπο. Αλλά μέχρι τη στιγμή που θα γινόταν κάτι τέτοιο έπρεπε να αρκεστεί στους δικούς του φίλους..

Πήρε το ασύρματο τηλέφωνο που κατά παράξενο τρόπο ήταν στη βάση του, ξεχνώντας εντελώς την τηλεόραση να παίζει στο MAD και τηλεφώνησε στον Χρήστο..
- Ναι, ακούγεται η λεπτή φωνή του Χρήστου που άργησε σχεδόν ένα λεπτό να το σηκώσει, παρόλο που το τηλέφωνο είναι στο δωμάτιο του.
- Έλα, εγώ είμαι, πώς παέι;
- Καλά, πήγα 23 level και βρήκα μια τρομερή στολή, και μάντεψε τι.. λέει με φανερό ενθουσιασμό.
-Τι;
-Είναι για 24 level, σε μισό level την φοράω!!
-Κωλόφαρδε! Btw να σου πω.. έκανες εκείνο το quest, που ξεκλειδώνει και τον δικό μου χαρακτήρα;
-Όχι ακόμα.. Ωωω, ενοχλητικά είναι αυτά τα σκαθάρια..
-Οκ πάμε τώρα μαζί;
-Τώρα δεν γίνεται, έχω πει στον Θοδωρή για lol σε μισή ώρα..
-Ααα οκ..
.....
-Ωωωωω, ακούγεται πάλι η φωνή του Χρήστου μετά απο 5-6 μεγάλα δευτερόλεπτα, "άκου τι βρήκα....."
....
Κι ο Πέτρος ακούει....
Το φεγγάρι φαίνεται σχεδόν ολοστρόγγυλο έξω, αλλά δεν έχει σκοτεινιάσει εντελώς και είναι λιγο θολό. Φαντάζεται πως θα ήταν αν ζούσε εκεί πάνω, στα βουνά του.. αλλά όχι μόνος.. Και τότε αιφνιδιαστικά το μυαλό του παίρνει το σχήμα εκείνου του οικείου πια σε αυτόν πρόσωπο που του δημιουργεί τόσο πολλά έντονα και ανάμεικτα συναισθήματα, που του ρίχνει μια μπουνιά στο στομάχι και του κόβει τα γόνατα, που τον κάνει να τρέμει όταν είναι κοντά, και να δακρύζει όταν ακούει τραγούδια..
- Ωραίος, απαντά στον Χρήστο στο τηλέφωνο αφού τέλειωσε την λεπτομέρη περιγραφή του πράγματος που βρήκε..
Και μετά από προσπάθεια να πει το τελεύταιο γεια και να το κλείσει, πέταει το τηλέφωνο στον απέναντι καναπέ και κάθεται με τα χέρια του σταυρωμένα πίσω απο το κεφάλι του .. "Και τι να κάνω τώρα;", λέει σιγανά...........

by Γιώργος

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 2)

 Τη στιγμή εκείνη χτύπησαν οι καμπάνες της εκκλησίας. Ο κόσμος άρχισε να αποχωρεί από την Εσπερινή Λειτουργία. Ηλικιωμένοι, καταπιεσμένα παιδιά και αδικημένοι απ' τη ζωή μεσήλικες έβγαιναν κυρίως τέτοια ώρα από τα πλατιά πέτρινα σκαλιά της εκκλησίας. Και το στρογγυλό φεγγάρι, ο απόμακρος ήχος των καμπάνων, ο καθαρός καιρός, η σκέψη ότι καθένας από αυτούς τους ανθρώπους έχει τη δική του ζωή, εμπειρίες, φίλους, αναμνήσεις.. όλα αυτά σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του Πέτρου συνέθεσαν μία μαγική, κάπως ονειρική ατμόσφαιρα.

Αυτό που ήξερε ο Πέτρος ήταν ότι δε θα έμενε μέσα απόψε. Πήρε το τσαντάκι μέσης, φόρεσε το μαύρο του μπουφάν, κλείδωσε και έφυγε. Κατέβηκε τις σκάλες τρέχοντας και τότε θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει ανοιχτή την τηλεόραση. "Δεν πα' να 'ναι", σκέφτηκε.

Περπατούσε αντίθετα από τον κόσμο που βγήκε από την εκκλησία. "Μόνος εναντίον όλων", είπε χαμογελώντας και συνέχισε με ψηλά το κεφάλι και παρατηρώντας πρόσωπα. Έπρεπε να περάσει από μέσα τους και να εξαφανιστούν για να καταλάβει ότι δεν είχε πού ακριβώς να πάει. Κατευθύνθηκε προς τη στάση. " Όπου με βγάλει.. Θα πάρω λεωφορεία, θα ανέβω σε καρότσες φορτηγών, σε τρένα - στο σημείο εκείνο που συνδέονται τα βαγόνια (Christopher McCandless style)- , θα κάνω autostop.. " .

Η στάση τώρα φαινόταν κι ο Πέτρος διέκρινε απο μακριά μια γνωστή φιγούρα. Μα βέβαια, ήταν η Μαίρη.. Η Μαίρη είχε πολύ άσπρο δέρμα και αυτό ίσως προσέδιδε κάτι στην αύρα που εξέπεμπε. Σαν να προσπαθούσε να σε προειδοποιήσει για κάτι, σαν να σου φωνάζει κάτι σε μια συμβολική γλώσσα. "Δεν είμαι αυτό που δείχνω" ή "Κατάλαβε με, απελευθέρωσε με". Με ένα τέτοιο βλέμμα κοιτούσε μέχρι να δει τον Πέτρο και να τον χαιρετήσει με ένα μετά βίας χαμόγελο.


- "Τι κάνεις;" την ρωτάει.
- Έτσι κι έτσι. Εσύ;
- "Ε κι εγώ, έτσι κι έτσι", είπε ο Πέτρος με ενα μειδίαμα.
- "Πού πας;", ρώτησαν κι οι δύο ταυτόχρονα και γέλασαν.
- "Σε μια φίλη μου από τη σχολή. Εσύ πού πας;", λέει η Μαίρη.
- Εεε.. ξέρεις........ προς κέντρο έλεγα..
- "Ξέρω, ξέρω", απαντάει η Μαίρη με μυστικιστικό ύφος.

"Απρόβλεπτο άτομο", σκέφτηκε ο Πέτρος
Τότε σηκώθηκε η κυρία με τις τσάντες και κατάλαβαν ότι έφτασε το λεωφορείο. Άρχισαν μια τυπική και γενική συζήτηση μέχρι που η Μαίρη έπρεπε να κατέβει. Την χαιρέτησε και πήγε και κάθησε στην αγάπημενη του θέση στη γαλαρία. Όλοι σιωπηλοί και σοβαροί μες στο λεωφορείο. Ένιωθε ηλίθιος που πριν λίγο μιλούσε δυνατά και χαζογελούσε.. Πίεσε το κεφάλι του στο τζάμι και κοίταξε έξω. Αυτοκίνητα, μηχανές, κόσμος βιαστικός, εχθρικός. "Τι στο διάολο κάνω εδώ τώρα;", είπε από μέσα του προσγειωμένος και πληγωμένος.

Τώρα, είναι μερικές αποφάσεις που παίρνουμε τόσο επιπόλαια και ανεξήγητα που δεν μπορούμε έπειτα να βρούμε το γιατί. Μια τέτοια απόφαση πρέπει να πήρε ο Πέτρος όταν σαν αστραπή πάτησε με το χέρι του το κουμπί για στάση. Ίσως κάτι να είδε. Ή κάτι να πέρασε από το υποσυνείδητο του.. σαν σπίθα.. Πάντως μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στη στάση, φαινόταν να το είχε μετανιώσει, αλλά "..αφού το πάτησα τώρα".

Κατέβηκε. Το λεωφορείο φεύγοντας άφησε πίσω του μια απέραντη ησυχία. Τόσο που ο Πέτρος μπορούσε να ακούσει καθαρότατα την μητέρα που φώναζε τον γιο της να ανέβει για ύπνο γιατί έχει σχολείο αύριο. Και ακούστηκαν τα γοργά βήματα στις σκάλες, σαν να ανέβαινε φοβισμένο το παιδί. Μπήκε μέσα, η πόρτα έκλεισε. Ησυχία... Είχε νυχτώσει για τα καλά..

Ο Πέτρος άρχισε να περπατάει αργά, σαν να ήταν σε άλλο κόσμο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά, προχωρούσε στο σκοτάδι. Το φως του δρόμου δεν δούλευε. Μάλλον κάποιο παιδί θα το έσπασε με καμιά πέτρα. Το μόνο φως που φώτιζε ήταν αυτό που κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να σβήσει, αυτό του φεγγαριού, και έπεφτε άφθονο στο προαύλιο του σχολείου που βρισκόταν εκεί, σαν σε σκηνή θεάτρου. Ο Πέτρος προχωρούσε κατά μήκος του πεζοδρομίου έξω από το σχολείο. Εκείνη τη στιγμή μάλιστα περνούσε από την είσοδο, μία σιδερένια πύλη, φτιαγμένη έτσι ώστε να μη μπορείς να σκαρφαλώσεις. Μόνο που ήταν ορθάνοιχτη τώρα..

Ο Πέτρος είχε μείνει σκεφτικός και κοιτούσε την πόρτα, σαν να σκεφτόταν κάτι άλλο, μακρινό.... προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπο της, να φτιάξει το σχήμα του στο μυαλό του, το  μικροκαμωμένο σώμα της,
αλλά ήταν σαν να είχαν περάσει αιώνες.. Θυμήθηκε ότι φορούσε κι αυτή μαύρο μπουφάν και για ένα διάστημα που είχε καλύτερο καιρό, φορούσε γκρι ζακέτα. Κι αυτός φορούσε γκρι ζακέτα τότε! Δεν θυμόταν όμως αν αυτή την φορούσε πριν ή αφού αρχίσει να τη φοράει αυτός.

"Εϊ! ", ακούστηκε εκείνη τη στιγμή μια φωνή από πίσω κι ο Πέτρος τινάχτηκε στον αέρα έντρομος και έστρεψε απότομα το κεφάλι του προς τα 'κει.......

by Γιώργος

 

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 3)

 Ο Πέτρος γύρισε. Ήταν δύο αγόρια που κάθονταν σε ενα ορθογώνιο πέτρινο εξόγκωμα που ακουμπούσε στον τοίχο και ήταν αρκετά ψηλό ώστε να κρέμονται τα πόδια τους. Υπήρχε μια μικρή ξύλινη σκεπή από πάνω. "Έι..", φώναξε ξανά εκείνος, "έλα 'δω..". Ο Πέτρος άρχισε να προχωράει δειλά και διστακτικά προς το μέρος τους.
"Μοιάζεις κάπως χαμένος..", του λέει μιλώντας πια, αφού είχε φτάσει κοντά τους.
Ο Πέτρος κάνει μια γρήγορη έρευνα στα πρόσωπά τους.
"Ναι ε; Μάλλον θα είναι γιατί είμαι χαμένος.."
, λέει χαμογελώντας.
Οι άλλοι δύο γέλασαν.

Αφού συστήθηκαν μεταξύ τους, τα αγόρια ζήτησαν από τον Πέτρο να καθήσει μαζί τους. Τον έβαλαν στη μέση..
Ο Πέτρος άρχισε να νιώθει μια φιλική ατμόσφαιρα, έναν ανεπαίσθητο εφηβικό δεσμό να τον ενώνει με τους διπλανούς του.
"Τι ψάχνεις;", τον ρωτάει ο Μάριος, αυτός που τον φώναξε στην αρχή. Ο Μάριος φαινόταν ψηλός, λεπτός και είχε ωοειδές πρόσωπο, ενώ τα μαλλία του ήταν καστανά καρφάκια και είχε λίγη ακμή.

"Δεν ξέρω", απαντάει ο Πέτρος ειλικρινά και σοβαρά χωρίς να τους αφήσει περιθώριο να γελάσουν.
Ο Παύλος, το άλλο παιδί, είχε στρογγυλό πρόσωπο και ξανθά μαλλιά και εκείνη τη στιγμή έβαζε ένα τσιγάρο στο στόμα του.
"Καπνίζεις;", ρωτάει τον Πέτρο κουνώντας το πακέτο Malboro προς το μέρος του.

"Μπα.."
"Χάνεις..."

Ακολούθησε σιωπή. Το φεγγαρόφως στη μέση του προαυλίου ήταν μαγευτικό και τα αγόρια το κοιτούσαν σαν να κοιτούσαν ένα όμορφο κορίτσι να ντύνεται.
"Είσαι ερωτευμένος;", λέει ο Παύλος φυσώντας απαλά τον καπνό έξω.
Γύρω τώρα υπήρχε μία αύρα απόλυτης γαλήνης.... Ο Πέτρος ένιωθε σαν να επιπλέει στην πιο ήρεμη θάλασσα..
"Πώς το κατάλαβες;", απαντάει ο Πέτρος συλλαβίζοντας αργά..
Ο Παύλος αρχίζει να γελάει σαν να έχει επιδράσει πάνω του κάποιο ναρκωτικό.
Εν τω μεταξύ, τα πρόσωπα τους είναι ακόμη στραμμένα στην ίδια κατεύθυνση στο προαύλιο, λες και είναι υπνωτισμένοι.

"Περίγραψε την", λέει ο Μάριος με έμφαση, σαν να ήθελε να αφήσει την φαντασία του να φτιάξει την εικόνα της περιγραφής του.
"Είναι...", αρχίζει ο Πέτρος, "είναι, πώς να το πω.. είναι οτιδήποτε πιο αγνό για εμένα και ταυτόχρονα ωστόσο η πηγή του μεγαλύτερου πόνου."
Ο Πέτρος άκουσε ένα ψίθυρο σαν "άσ'τα αυτά" ή "ώχου πάλι" αλλά συνέχισε παρόλα αυτά.

"Λοιπόν... έχει αυτή τη σπάνια ομορφιά.. έχει μαύρα μαλλιά και ενα αμυδρά μελαμψό δέρμα, λεπτά χαρακτηριστικά και ελαφρώς σχιστά μάτια, όσο πατάει η γάτα.. αλλά σου αφήνει μια τέτοια εντύπωση....... Σαν να κουβαλάει όλα τα βάσανα και την κακομεταχείριση όλων των Αφρικανών και Ασιατών στο DNA της και να την κρύβει πίσω από τη μυστηριώδη της παρουσία. Κατατρεγμένοι από τους μορφωμένους δολοφόνους.."
"Αυτό είναι!", λέει ο Πέτρος και χτυπάει τις παλάμες του δυνατά και αρχίζοντας να μιλάει γρήγορα. " Είναι μια εκδίκηση, μια μεταμφιεσμένη εκδίκηση. Σαν να υπάρχει μια ανώτερη δύναμη δικαίου που να την έστειλε για να επέλθει ισορροπία για όλα τα μαρτύρια που υπέστησαν αυτοί οι άνθρωποι. Πόσες άλλες τέτοιες ή τέτοιοι υπάρχουν διασκορπισμένοι σε κάθε μέρος του "πολιτισμένου" κόσμου.. δεν ξέρουμε.. κρύβονται, αλλά μας κάνουν να υποφέρουμε. Όλα αυτά τα φθονερά πράσινα βλέμματα που την κοιτάνε χωρίς να μπορούν να τη βλάψουν, βράζοντας μες στο δηλητήριό τους... ή όλα τα ερωτευμένα αγόρια που δεν βρίσκουν ανταπόκριση..ακόμη και οι φίλες της πολλές φορές πειράζονται από τη μυστικότητα της."
Ο Πέτρος είχε ενθουσιαστεί από τα πομπώδη λόγια του.
"Δεν είναι σίγουρα εκδίκηση σε.. είδος", τελειώσε ο Πέτρος χαμογελώντας αυτάρεσκα με νόημα και ευχόμενος να κάπνιζε μόνο και μόνο για να έφερνε με στυλ το τσιγάρο στο στόμα του.

"Παράξενο!", λέει ο Πέτρος ξαφνικά μετά από λίγο αφήνοντας ένα άρρωστο, κάπως φοβισμένο γελάκι. "Βλέπετε εκεί απέναντι; στα σύρματα... ακριβώς απέναντι... δυο φιγούρες να μιλάνε. Είναι εκεί όση ώρα μιλάμε και τις παρατηρούσα, τώρα όμως κατάλαβα..... η μία μοιάζει τόσο πολύ στην..."
Ο Πέτρος σταματάει. Μια τρεμούλα ή ανατριχίλα διαπερνά ολόκληρο το σώμα του.
"Ε αγόρια, ακούτε;.... Έι..", λέει σιγανά...
Σαν να ήξερε τι θα συμβεί, γυρίζει αργά το κεφάλι του αριστερά... Κανείς. Δεξιά. Κανείς.. Ξαναγυρίζει το βλέμμα του στα σύρματα. Τίποτα!


by Γιώργος

 

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 4)

 Ωωχ", ψιθύρισε ο Πέτρος αφήνοντας μια μακρόσυρτη ανάσα. "Και κάτι μου θύμιζαν απ' την αρχή.."  Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα και τα πόδια του πήγαιναν πάνω κάτω με τρομερή νευρικότητα. Αυτό το πάνω-κάτω του θύμισε την δεύτερη φορά που την είχε δει στη ζωή του. Την θυμόταν να κάθεται σε ένα θρανίο, χαμογελώντας και κουνώντας φανερά χαρούμενη πάνω κάτω τα πόδια της, γεμάτη ενέργεια.. Ήλιος, ανοιχτά παράθυρα, πράσινο.. Ο Πέτρος τότε έβγαλε έναν αναστεναγμό που έμοιαζε περισσότερο με μικρή κραυγή.
Είχε καλύψει το πρόσωπο του με τις κλειστές παλάμες του, είχε κλείσει τα μάτια του και μάλιστα τα πίεζε να μείνουν κλειστά με όλη τη δύναμη των βλεφάρων του,
μα παρόλα αυτά ακόμα έβλεπε... Κατακόκκινος ήλιος, σπασμένα παράθυρα, σέπια ουρανός, ζιζάνια.. Κι άλλη κατακρεουργημένη ανάμνηση.. Οι φυλακές του μυαλού του είχαν ανοίξει χωρίς τη θέληση του. Τα θηρία έδειχναν το πρόσωπο τους. Τώρα πια ήταν όλα πέρα από τον έλεγχο του. Οι άκρες των παπουτσιών του χτυπούσαν στο πέτρινο τοίχωμα του εξογκώματος με μανία καθώς τα κουνούσε πάνω κάτω και ωθούσαν το σώμα του λίγο πιο μπροστά κάθε φορά. Κι ακουγόταν σαν κάποιος να βαρούσε πολύ μπάσα τύμπανα πολέμου...........
Μέχρι που δόθηκε η χαριστική βολή.


Ο Πέτρος ένιωσε να πέφτει. Ένιωσε την κόντρα του αέρα πάνω του, το σφύριγμα του.. ένιωσε σαν να πέφτει απο ουρανό σε θάλασσα κι από θάλασσα σε ουρανό. Προσγειώθηκε κάπου σώος με τα χέρια μπροστά. Οι παλάμες και τα νύχια του έτσουζαν, αλλά μόνο αυτά.

Ο Πέτρος είχε πέσει στο δάπεδο με τα χέρια μπροστά. Τα νύχια και οι παλάμες του είχαν ματώσει.

Άνοιξε τα μάτια του.. Είχε πέσει σε χιόνι. Συγκεκριμένα βρισκόταν σε μια παράξενα φαρδιά κορυφή ενός βουνού. Δεν είχε ομίχλη, αλλά απόλυτη διαύγεια. Όλα ακίνητα.. Σήκωσε το κεφάλι του. Ένας ήλιος με δόντια τον κοίταζε στα μάτια. Είδε ένα μαύρο κτήριο κοντά. Άρχισε να σέρνεται προς τα εκεί. Πονούσαν τα νύχια του.


Άνοιξε τα μάτια του και σήκωσε το κεφάλι του. Το φως του φεγγαριού έπεφτε ίσια πάνω στο βλέμμα του. Είδε την μπλε πόρτα του σχολείου και σύρθηκε προς τα εκεί.


Έφτασε στο κτήριο. Είχε μια πόρτα με χρώμα σκούρο καφέ που δεν την είχε διακρίνει από μακριά. Σηκώθηκε και σκούπισε το χιόνι από πάνω του. Πίεσε την πόρτα προς τα μέσα.

Έφτασε στη μπλε πόρτα του σχολείου. Σηκώθηκε. Σκούπισε τα πετραδάκια από πάνω του και την πίεσε προς τα μέσα να ανοίξει..

Η πόρτα άνοιξε! Πάνω το ταβάνι ήταν από γυαλί και έμπαινε το φως του ήλιου μέσα. Ο Πέτρος συνειδητοποίησε αμέσως ότι ο χώρος έμοιαζε με κάποιο από τα παλιά του σχολεία. Μόνο που η μια μεριά ήταν γεμάτη πόρτες.. πόρτες που δεν είχε ξαναδει. Ήταν αριθμημένες με παράξενο τρόπο. Ο Πέτρος άρχισε να διαβάζει καθώς προχωρούσε. "1 level, 3 level, 7 level, 8 level, 17 level, 19..." . Καμία από αυτές δεν άνοιγε. Ο Πέτρος ξαφνικά σταμάτησε. Level 24... Την κοίταξε για λίγη ώρα σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι. Την πίεσε. Άνοιξε..


Προχώρησε σε ένα μακρόστενό διάδρομο. Αριστερά και δεξιά οι τοίχοι είχαν κάτι σαν τοιχογραφία με ανοιχτά χρώματα. Η τοιχογραφία με μια πρώτη ματιά έμοιαζε με ζωγραφιά, αλλα αν την παρατηρούσες προσεκτικά  θα καταλάβαινες ότι έγραφε ένα ατελείωτο "lolololololol..." με καλλιγραφικά. Ο Πέτρος περπατούσε κοιτάζοντας τους τοίχους, μέχρι που κουτούλησε ελαφρά σε μια κακής ποιότητας ξύλινη πόρτα με οπές. Στην πόρτα ήταν γραμμένο με κόκκινα γράμματα "LOL". Έρχονταν γέλια από μέσα.


Άνοιξε σιγά την πόρτα. Ήταν μια αίθουσα κλειστού cinema γεμάτη παιδιά και εφήβους και έμοιαζαν να το διασκεδάζουν. Γελούσαν και φώναζαν, εφοδιασμένα με ποπ-κορν και κόκα-κόλες και άλλα τέτοια. Ανάμεσα τους ο Πέτρος διέκρινε τον Χρήστο και τον Θοδωρή. "Αυτοί δεν υποτίθεται ότι έπαιζαν υπολογιστή μαζί;", θυμήθηκε, αλλά σύντομα ανακουφίστηκε. Ο Χρήστος το είχε πει. Θα πήγαιναν για lol. Ο Πέτρος βρήκε μια θέση πίσω πίσω και κάθησε.
Η οθόνη έδειχνε σίγουρα κάτι "όχι και τόσο φυσιολογικό" :


Ήταν ένας έφηβος, γύρω στα 16-18, καθισμένος στην καρέκλα γραφείου του
. Υπήρχαν καλώδια παντού. Το ένα χέρι του ήταν ελεύθερο, ενώ το άλλο ακουμπούσε το ποντίκι. Αλλά συνέβαινε το εξής παράδοξο: το ποντίκι ήταν πάνω απ' το χέρι του του κι όχι το αντίστροφο. Και το ποντίκι ήταν αυτό που κινούσε το χέρι(!) πάνω σε μια οθόνη αφής που είχε διάφορες εντολές. Να, τώρα κινήθηκε πάνω στην εντολή "Κάνε like" και αστραπιαία ο νέος σήκωσε το ελεύθερο του χέρι και έκανε την κλασσική χειρονομία με τον αντίχειρα ψηλά. "Γέλα δυνατά". Δεν γελάει.. πάει στο πληκτρολόγιο και γράφει "LOL". "Πες ένα αστείο". Ο νέος λέει ένα ανέκδοτο με τον Chuck Norris. Η φωνή του μοιάζει με φωνητική ακρόαση, όπως αυτές που υπάρχουν στο μεταφραστή Google ή στο Thesaurus..
"Αυνανίσου"... Ο νέος βυθίζει το χέρι του στο παντελόνι του.


Τότε μπήκε ένας συνομηλικός του μέσα και είπε στον καθισμένο με φιλικό ύφος: "Γεια ρε, τι λέει;". Το ποντίκι κινήθηκε στην εντολή με κόκκινα γράμματα "Attack!". Ο καθισμένος ταχύτατα έριξε μια μπουνιά στην κοιλιά του παιδιού, που είχε διπλωθεί και τον κοίταζε απορημένο. "Critical Strike!". Ο καθισμένος έφηβος πήρε τότε το πληκτρολόγιο και το χτύπησε με δύναμη στο κεφάλι του άλλου, που έπεσε κάτω αναίσθητος. " Όχι με το πληκτρολόγιο, ηλίθιε. Πες : είμαι ηλίθιος..." . Ο νέος λέει "Είμαι ηλίθιος.". "..και μου αξίζει να πεθάνω". "Και μου αξίζει να πεθάνω.". Το ποντίκι τότε ενεργοποίησε την εντολή με κόκκινα γράμματα "Kill yourself".


Τα παιδιά είχαν σταματήσει να γελάνε. Κοιτούσαν με πετρωμένο, τρομαγμένο βλέμμα την οθόνη. Μερικά γύρισαν το κεφάλι τους με αηδία όταν ο έφηβος βρήκε έναν διαβήτη καθώς έψαχνε τη μολυβοθήκη του. Ένα παιδί μάλιστα, καθώς τινάχτηκε από τη θέση του, έλουσε το μπροστινό του... με μια γεμάτη σακούλα ποπ-κορν! Ένα άλλο παιδί το είδε και το έδειξε επιδεικτικά γελώντας. Σύντομα όλοι άρχισαν να ξαναγελάνε και ήρθε η παλιά ατμόσφαιρα στην αίθουσα. Τότε εξάλλου η οθόνη έδειχνε τα credits και έπειτα μαύρισε. Ο Πέτρος αποφάσισε να πάει να βρει τους φίλους του, αλλά δεν τους έβρισκε. Μέσα γινόταν χαμός άλλωστε. Ιπτάμενα ποπ-κορν και πατατάκια, φωνές, γέλια, ξύλο.


Μέχρι που τα φώτα άρχισαν να κλείνουν σιγά σιγά και ο θόρυβος έσβηνε σαν απομακρυνόμενος θίασος. Μετά από λίγη ώρα υπήρχε απόλυτο σκοτάδι και απόλυτη ησυχία. Κανείς δεν είχε μείνει στην αίθουσα. Ο Πέτρος είχε τρομάξει. Άκουσε ξαφνικά τη μηχανή λεωφορείου να ξεκινά και να αρχίζει να προχωράει. Ένιωσε ότι βρισκόταν μέσα σε αυτό! Καθόταν ακόμη στην θέση του "cinema".

Μετά από λίγο ακούστηκε μια θηλυκή φωνή. Μιλούσε δυνατά, φωναχτά σχεδόν και είχε τη χαρακτηριστική χροιά ανθρώπου που είναι έτοιμος να κλάψει.

"Δεν έχω ούτε μια φίλη απ' τη σχολή. Ούτε φίλο! Τίποτα..... Κανένας.. Και καμία δεν με είχε καλέσει σπίτι της. Ψέμματα σου έλεγα.......... Αλλά τι σε νοιάζει εσένα;"
Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Ξέσπασε σε λυγμούς.
Ο Πέτρος κατάλαβε ότι ήταν η Μαίρη και ότι δεν ήταν και πολύ στα καλά της.
"Ούτε καν μου πρότεινες να έρθεις μαζί μου!", του λέει επιθετικά.
Ο Πέτρος αφήνει μια λέξη γεμάτος οίκτο και ενοχές.
"Μα..."
"Σταμάτα. Μη μιλας!", τον διακόπτει αυτή απότομα.
Το "λεωφορείο" τότε σταμάτησε και η πόρτα του "cinema" άνοιξε. Μπήκε φως από την πόρτα και φωτίστηκε το γεμάτο μίσος και στεναχώρια πρόσωπο της Μαίρης.
"Τώρα κάτσε εδώ να πεθάνεις!", του είπε με πιο χοντρή φωνή και έφυγε σαν καπνός.
Η πόρτα ξαναέκλεισε και το λεωφορείο συνέχισε.




by Γιώργος

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 5)

Ο Πέτρος ευχήθηκε να εξαφανιζόταν από εκεί και να πήγαινε κάπου αλλού. Οπουδήποτε! Έκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε διάφορα μέρη. Τζίφος. "Αυτά γίνονται μόνο στα όνειρα", σκέφτηκε απελπισμένος.

"Ξυπνήστε, φτάσαμε", ακούγεται τότε μια φωνή από μπροστά. "Άντε πεθαμένα, τεμπέλικα, σηκωθείτε!". Τότε από αριστερά και δεξιά άρχισαν να σηκώνονται τα μαύρα καλύμματα των παραθύρων του λεωφορείου-πούλμαν. Μπήκε φως και το πρώτο πρόσωπο που παρατήρησε ο Πέτρος ήταν εκείνου που είχε μιλήσει. Υποσυνείδητα τον είχε σκεφτεί για δάσκαλο ή κάτι τέτοιο και κάτι τέτοιο πρέπει να ήταν, μόνο που αυτή η έκφραση στο πρόσωπο του που συνέλαβε ο Πέτρος εκείνη τη στιγμή... είχε κάτι. Του προκαλούσε ένα απροσδιόριστο συναίσθημα πολύ έντονο. Ήταν γύρω στα 50, ψηλός και λεπτός, είχε κοντά άσπρα μαλλιά και μάτια αλεπούς.

Ο Πέτρος έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του κι υπήρχαν παιδιά γυμνασίου στις άλλες θέσεις του πούλμαν, ίσως και μικρότερα. Ήταν περίπου 20 σε αριθμό. Έξω ήταν δέντρα, δάσος, απόγευμα. Όλα ήταν ακίνητα. Ούτε αέρα δεν φαινόταν να έχει.

Τα παιδιά άρχισαν να κατεβαίνουν και έκανε το ίδιο κι ο Πέτρος. Πήγε από την μπροστά μεριά για να δει και τον οδηγό του πούλμαν... Δεν υπήρχε οδηγός πούλμαν..

Ο "δάσκαλος" είπε : "Ελάτε όλοι εδώ μπροστά μου να σας μετρήσω. Μπορεί να χάθηκαν μερικοί στο δρόμο." .
Άρχισε να φωνάζει ονόματα. Ο Πέτρος κοιτούσε γύρω αφηρημένος και αδιάφορος. Μέχρι που άκουσε ένα όνομα που του έφερε ανατριχίλα, τάραξε την ηρεμία του, όλα έγιναν άνω κάτω μέσα του, ούτε που κατάλαβε τι έγινε μέσα του και κανείς ποτέ δεν θα καταλάβει βέβαια. Αλλά το αναγνώρισε, όπως πάντα το αναγνωρίζουμε όταν συμβαίνει.Ήταν το όνομα της ... και το επίθετο της.  

Όλα αυτά μέσα του, γιατί απ' έξω θα έλεγε κανείς πως τίποτα δεν άλλαξε στο αδιάφορο βλέμμα του. Ήθελε τόσο πολύ να γυρίσει το βλέμμα του προς τα αυτήν όταν αυτή είπε "Εδώ" και τελικά το έκανε και σίγουρα όχι διακριτικά όπως ήθελε.


Ήταν αυτή που είχε ερωτευτεί πράγματι. Αλλά ήταν μικρότερη. Ήταν στην ηλικία των άλλων παιδιών. Είχε σοβαρό και πανέμορφο βλέμμα. Σίγουρα θα του έμενε στο μυαλό εκείνη η εικόνα.

Στο μεταξύ ο "δάσκαλος" είχε φωνάξει όλα τα ονόματα.
Τρία αγόρια είχαν πάει δίπλα του και τον βοηθούσαν σε κάτι, μιλώντας χαμηλόφωνα. "Άρα ο Παύλος κι ο Γιώργος", λέει ένα από τα τρία παιδιά. "Ο Παύλος κι ο Γιώργος", επαναλαμβάνει ο "δάσκαλος". "Και αυτός είναι ο καινούριος", λέει και δείχνει τον Πέτρο. "Ο καινούριος", λέει το άλλο παιδί κοιτάζοντας τον Πέτρο και συμφωνώντας. "Άρα είμαστε ΟΚ..", λέει με ύφος που σήμανε το τέλος της συζήτησης.

"Κάν'τε ό,τι θέλετε", λέει ο "δάσκαλος". "Αλλά όταν βραδιάζει να είστε όλοι εδώ", τους λέει σαν να μην τον πολυνοιάζει. Ο Πέτρος είδε ότι εκείνη άρχισε να πάει με τις φίλες της προς κάτι πεύκα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Γύρισε προς την άλλη κατεύθυνση κοιτάζοντας.

Του τράβηξε την προσοχή ένα αγόρι μόνο του σε ένα παγκάκι που βρισκόταν σε ένα μέρος λίγο πριν το σημείο που άρχιζε το δάσος από την άλλη μεριά. Είχε το κεφάλι του κάτω και δεν φαινόταν να είναι και πολύ καλά. Ο Πέτρος άρχισε να πλησιάζει. Κατάλαβε ότι το αγόρι δάκρυζε και ότι το είχε ξαναδεί. Κρατούσε κάτι στο ένα του χέρι, ο Πέτρος δεν μπορούσε να διακρίνει τι. Έτσι πήγε κοντά και τον ρώτησε :
- Τι έχεις; είπε σκύβοντας.
- Πάει ο Παύλος, πάει...
Ο Πέτρος είδε τι κρατούσε, ήταν ένα κουτί από τσιγάρα Malboro. Ήταν ο Μάριος.. Άρχισε να θυμάται, αλλά σταμάτησε να προσπαθεί. Δεν ήθελε. Τα έδιωξε όλα απ' το μυαλό του. Του προκαλούσαν φόβο και απέχθεια. Αποφάσισε αγανακτισμένος να μην ρωτήσει για παραπάνω πληροφορίες, δεν θα έκανε πια ό,τι "έπρεπε" να κάνει.

Άρχισε να φεύγει από εκεί αποφασισμένος.
Κινήθηκε προς τα πεύκα. Ο Μάριος του φώναζε από πίσω: "Ε πού πας, έλα πίσω... δεν πρέπει να πας προς τα 'κει. ΠΕΤΡΟ!".

Φύσηξε δυνατός αέρας τότε προς την αντίθετη κατεύθυνση, σαν να ήθελε να τον γυρίσει πίσω. Η φωνή του Μάριου ακουγόταν επίμονη και χανόταν στον αέρα. Ο Πέτρος συνέχιζε χωρίς να γυρίζει. Νύχτωνε! Νύχτωνε πολύ γρήγορα και απότομα. Ο Πέτρος άρχισε να τρέχει. Ο αέρας βούιζε και τον έσπρωχνε πίσω. Τρόμοι του παρελθόντος έρχονταν σαν σπίθες στο μυαλό του. Είχε φτάσει στα πεύκα και συνέχισε εκεί οπού το δάσος ήταν πιο πυκνό.

Βαθιά μες στο δάσος. Νύχτα. 'Αρχισε να ακούγεται ένας ήχος από πολλά ξερά φύλλα που θρυμματίζονται και κάτι σαν σιγανό καταπιεσμένο γρύλισμα πεινασμένου λύκου. Ο Πέτρος διαισθάνθηκε μια τρομερή ένταση.
Έτρεξε προς την κατεύθυνση που ερχόνταν οι ήχοι.

Έφτασε στο μικρό ξέφωτο. Όλα φαίνονταν από εκεί. Ήταν σοκαρισμένος..


by Γιώργος

 

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 6)

 Ευχαριστώ όλους για τις προβολές και τα σχόλια στο μέρος 5. Με ενθάρρυναν σημαντικά! Αυτό είναι το (προ)τελευταίο επεισόδιο κι είναι χωρισμένο στα εξής 2 μέρη:
(Η φωτογραφία είναι χειροποίητη ζωγραφιά της Μαρίας που έχει τη στήλη M File
και σύντομα θα αρχίσει να ξαναγράφει στο blog.)

 
A μέρος


Έβλεπε έναν άντρα με γυρισμένη την πλάτη ο οποίος είχε ρίξει κάτω ένα κορίτσι με μαύρα μαλλιά και με λύσσα προσπαθούσε να της ξεκουμπώσει το τζιν. Αυτή αντιστεκόταν ωθώντας πλάγια με τα πόδια της το σώμα της πίσω είτε κλωτσώντας. Δεν ούρλιαζε, ωστόσο ο Πέτρος διαισθανόταν την ένταση. Ήξερε ποια ήταν.

Έτρεξε και τράβηξε με δύναμη τον άντρα πίσω. Ο άντρας γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια του είχαν μια κόκκινη απόχρωση και τη στιγμή που γύρισε είχε ένα βλέμμα επιθετικό, κακό, γεμάτο θυμό και ενέργεια έτοιμη να ξεσπάσει. Ο Πέτρος τρόμαξε γιατί τον είχε δει τόσο διαφορετικό πριν λίγο. Ήταν ο "δάσκαλος".

Το βλέμμα του αυτό κράτησε μονάχα μια στιγμή, γιατί μόλις κατάλαβε ότι ήταν ο Πέτρος, η αλλαγή στη στάση του ήταν φανερή. Το βλέμμα του πάγωσε και έγινε κάτασπρο και τα μάτια του έγιναν κανονικά όπως πριν, ίσως λίγο πιο ανοιχτόχρωμα. Το κεφάλι του τινάχτηκε προς τα πίσω και το σώμα του πήρε αμυντική στάση.  Είπε με έκπληξη και φόβο :
"Θέε μου, ήρθε ο Γιώργος", πιο πολύ σαν να μιλούσε στον εαυτο του και έφυγε τρέχοντας στα τέσσερα σαν λύκος, ένας λύκος όμως τρομαγμένος και δειλός, όχι άγριος και δυνατός όπως πριν.

Στο μεταξύ, το κορίτσι είχε μείνει ακίνητο και κοιτούσε τον Πέτρο με προσεκτικό, επιφυλακτικό βλέμμα. Ο Πέτρος έκανε να πάει προς τα αυτήν, αλλά μόλις έκανε ένα βήμα μπροστά, αυτή σύρθηκε την τριπλάσια απόσταση πίσω. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο πρόσωπο του, άγρια και σκληρά. Έμοιαζε σαν φοβισμένη γάτα κι αυτός σαν άνθρωπος που ήθελε να την ταϊσει ή να την χαϊδέψει.
"Δεν θέλω να σε βλάψω", είπε ο Πέτρος προσπαθώντας να ακουστεί ήρεμος και με μια βραχνάδα στη φωνή του που της έδινε παραπάνω ειλικρίνεια και σοβαρότητα.

Κινήθηκε λίγο ακόμη προς τα αυτήν, μα αυτή έφυγε αμέσως προς τα πίσω και χάθηκε κι αυτή στο σκοτάδι από άλλη κατεύθυνση. Ο Πέτρος άρχισε να την καλεί πίσω. Ο ήχος από το τρέξιμο της άρχισε να σβήνει. Όταν κατάλαβε ότι είχε φύγει πια για τα καλά, διοχέτευσε όλη την συσσωρευμένη απελπισία του σε ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό, που ξεσήκωσε όλους τους λύκους του δάσους και όλοι οι λύκοι άρχισαν να γρυλίζουν και να ουρλιάζουν σαν να μοιράζονταν τον πόνο και τη θλίψη του.

Ο Πέτρος ιδρωμένος από την ένταση της στιγμής έκανε να φέρει τα χέρια του στο πρόσωπο του, μα τα νύχια του κι οι παλάμες του ήταν καταματωμένες. Οι πληγές είχαν ανοίξει ξανά. Σωριάστηκε κάτω αδύναμος και μουρμούρισε :
" Τι στο διάολο μου συμβαίνει; ..... Γιατί είναι όλοι εχθρικοί με εμένα, γιατί είναι όλα εναντίον μου; "
Σιωπή για λίγο. "Γιατί με είπε Γιώργο, δεν καταλαβαίνω.."
Σιωπή πάλι. Ο Πέτρος άφησε να φύγει ένα παράξενο πνιχτό γέλιο.
" Είμαι το πιο ενοχικό, ανελεύθερο, κακόμοιρο πλάσμα του κόσμου. Είμαι φυλακισμένος εδώ. Εδώ τιμωρούμαι. Ο Γιώργος με τιμωρεί. Είναι ο τύραννος μου. Αυτός τα σκηνοθέτησε όλα.. από την αρχή μέχρι το τέλος. Το τέλος.. το θέλω τόσο πολύ αυτό το κωλοτέλος."

Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλα του. Ο Πέτρος δεν μιλούσε τώρα. Είχε κλείσει τα υγρά μάτια του. Γύρω ήταν όλα ήρεμα, σαν μια φωτογραφία. Απαλός αέρας κουνούσε μόνο τα ξερόφυλλα, που άφηναν έναν σιγανό φοβισμένο ήχο.

Ο Πέτρος ήταν εντελώς ακίνητος. Ακόμη και τα δάκρυα κυλούσαν πολύ αργά. Όλα γύρω σιγά σιγά είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται. Όχι με βία, αλλά σαν κάτι ανώδυνο. Οι σκούροι κορμοί των δέντρων άνοιγαν, τα φύλλα γίνονταν μικροσκοπικά θρύμματα, όλα ξέβαφαν και χαλούσαν, σκούριαζαν και πεθαίναν, όπως ένας ηλικιωμένος πεθαίνει στον ύπνο του.

Κι ήταν ένα όραμα ή ένα κάλεσμα ή ήταν εκείνο το σύνθημα, κάπου στους γκρεμούς του δαιδαλώδους μυαλού του, που επαναλαμβανόταν : " Δεν θα κάνω ό,τι πρέπει να κάνω, δεν θα κάνω ό,τι πρέπει να κάνω, δε θα κάνω ό,τι πρέπει να κάνω.. ". Μέχρι που από σκέψη έγινε λέξεις, ψιθυριστές. Άρχισε να το ψιθυρίζει και να το επαναλαμβάνει σαν ξόρκι.

Άκουσε βήματα και κίνηση από πίσω, μα συνέχισε. Τα μάτια του παρέμεναν κλειστά. Όσο το έλεγε η φωνή του δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Άκουγε ήχους απροσδιόριστους τώρα να συνδυάζονται και να προκαλούν χάος. Συνέχισε. Ένιωσε μια παρουσία δίπλα του.. Ένα χέρι να περνάει αργά κάτω από το σβέρκο του. Κι ο σβέρκος του κρύος, ιδρωμένος. Μυρωδιές, φωνές... Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο, άνοιξε τα μάτια του.


----

β μέρος


Ήταν ημέρα! Ο ουρανός ήταν μπλε με λίγα σύννεφα και το φως έκανε το δάσος τόσο διαφορετικό, τόσο πιο οικείο. Θυμήθηκε μια παιδική ανάμνηση, όπου είχε πάει διακοπές σε ένα μέρος για πρώτη φορά και είχε φτάσει βράδυ και το πρωί του φαινόταν σαν να βρισκόταν αλλού.

Η παρουσία που είχε νιώσει δίπλα του ήταν η παρουσία της μικρής που είχε τρέξει. Τώρα δεν φαινόταν μικρή.. ήταν όπως όταν την είχε πρωτοδεί. Άπλη, σπάνια ομορφιά.. κι ήταν μεταδοτικά χαρούμενη. Μιλούσε με τις φίλες της που κάθονταν απέναντι πάνω σε έναν κορμό δέντρου. Είχε φέρει μαζί της κάτι μικρές αρκούδες, που έκαναν βόλτες γύρω της.
Υπήρχαν παντού παιδιά στο δάσος. Υπήρχε ζωή : πουλιά, ζώα, μυρωδιές, γέλιο.

"Κύριε Πέτρο, έρχεστε λίγο εδώ;", φώναξε αυτή και σήκωσε το χέρι της για να δώσει έμφαση. Σηκώθηκε τότε ο κύριος Πέτρος, που ήταν 15 περίπου μέτρα μακριά πιο 'κει, και δεν ήταν άλλος από τον "δάσκαλο". Άρχισε να περπατάει προς την παρέα με ασταθές βήμα.

Ο νέος Πέτρος τον κοιτούσε στα μάτια καθώς ερχόταν. Τα μάτια του "δασκάλου"
είχαν μια επιτηδευμένη βαθύτητα, μια προσποιητή ηρεμία και το χαμόγελο του φαινόταν δειλό. Ο Πέτρος κατάλαβε ποιο απροσδιόριστο συναίσθημα του δημιουργούσε : μίσος...

Και πάγωσε στη σκέψη που του πέρασε αναπόφευκτα απ' το μυαλό : Ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν παρά ο ίδιος μετά από 30-40 χρόνια!..... Όλοι του οι τρόμοι είχαν έρθει στη μορφή αυτού του απελπισμένου, καταπιεσμένου 50άρη.. του άγριου πεινασμένου λύκου στα παρασκήνια μα του τρομαγμένου λύκου στο θέαμα του τυράννου του και στα μάτια του κόσμου. Ένος τυράννου από τον οποίο προσπαθεί μονίμως να ξεφύγει είτε βρίσκοντας δικαιολογίες,  είτε φτιάχνοντας ψεύτικες πλοκές είτε εφευρίσκοντας σχέδια για να δράσει στα κρυφά.
"Όλα βγάζουν νόημα από την αρχή τώρα", σκέφτηκε ο Πέτρος σοκαρισμένος. " Τα παιδιά να είναι πίσω πριν τη νύχτα, ο χαμένος Γιώργος, ο Μάριος που του αποσπούσε την προσοχή.."

Ο κύριος Πέτρος στο μεταξύ είχε φτάσει κοντά. " Τι θες μικρή μου;", είπε χαμογελώντας χωρίς αυτοπεποίθηση. "Γιατί με σηκώνεις;", κάλυψε την ανυπόφορη σιωπή.

Αυτή του είπε : " Πιο κοντά" με σταθερή φωνή. Ο "δάσκαλος" παραξενεύτηκε αλλά χαμογέλασε και έκανε ένα βήμα πιο κοντά της. Αυτή άπλωσε το δεξί χέρι της και ακούμπησε την δεξιά παλάμη του και ξαφνικά, μπροστά στα μάτια του Πέτρου, ο "δάσκαλος" έγινε χώμα.. καφέ, παλιό, άχρηστο χώμα που έπεσε στο έδαφος και αφομοιώθηκε απ' αυτό... Δεν υπήρχε κανένα σημάδι του κύριου Πέτρου πια...
Ο Πέτρος έμεινε έκπληκτος. Ήταν πια πραγματικά ευτυχισμένος εκείνη τη στιγμή. Όλα συνέχιζαν σαν να μην έγινε τίποτα. Το ίδιο ειρηνικά.. ή σχεδόν ειρηνικά.

Γιατί ο Πέτρος είχε δει. Είχε δει με την άκρη του ματιού του διαβήτες να κρέμονται απο την μηλιά αντί για μήλα, είχε δει τα άσπρα σύννεφα που προσπαθούσαν να σχηματίσουν κάτι στον ουρανό, είχε δει τα τρελά μάτια των τόσο φιλικών αρκούδων και το μαύρο λεωφορείο να περιμένει. Υπήρχαν και ένιωθε ότι πάντα θα υπάρχουν.

Τώρα όμως κοιτούσε αυτήν ενώ μιλούσε με τις φίλες της. Την κοιτούσε σταθερά, χωρίς φόβο, χωρίς να είναι έτοιμος να γυρίσει το βλέμμα του αλλού. Κι αυτή γύρισε και συνάντησε το βλέμμα του, όπως αυτός περίμενε. Πάντα γυρίζουν όταν κοιτάς για πολλή ώρα.

"Γεια, είμαι ο Γιώργος!", της είπε χωρίς δισταγμό. Αυτή χαμογέλασε και του έκοψε την ανάσα. Ένιωθε όμως τη δική της ανάσα στο πρόσωπο του κι ήταν αρκετή.
Κάπου τότε κατάλαβε ότι ο σβέρκος του τόση ώρα ακουμπούσε στο αριστερό της χέρι.

Για πρώτη φορά φαίνονταν όλα τόσο απλά, τόσο απέριττα και τόσο όμορφα. Ήταν ένας υπέροχος κόσμος, μία στιγμή που η ανάμνηση της θα έσωζε κάθε αυτόχειρα από το θάνατο και κάθε πονεμένο από τη κατάθλιψη, μόνο και μόνο γιατί μέσα από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες μορφές τους, θα είχαν την δυνατότητα να την ξαναζήσουν. Η αναγέννηση είχε ήδη γίνει.
Ω και για δες: ένα μήλο έπεσε από το δέντρο!

by Γιώργος

 

 

 

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 7)

Τρεις μέρες είχαν περάσει από την εξαφάνιση του Πέτρου.  Η τοπική εφημερίδα είχε αφιερώσει μισή σελίδα σε μικρές συνεντεύξεις σε άτομα που γνώριζαν τον Πέτρο ή που είχαν μιλήσει μαζί του την ημέρα της εξαφάνισης.

Ο θείος του, ο πρώτος που ανακάλυψε ότι λείπει και που έμενε στον κάτω όροφο του ίδιου σπιτιού, αμέσως επικοινώνησε με την αστυνομία. Έπειτα προσπάθησε να πείσει την εφημερίδα να γράψει για την εξαφάνιση. Αρχικά δεν είχαν σκοπό να αφιερώσουν μισή σελίδα για έναν άγνωστο που χάθηκε και έχουν περάσει μόνο τρεις μέρες από τότε. Αλλά συμφώνησαν ότι τα λόγια από γνωστούς του θα έδιναν άλλο στυλ, θα έκαναν το θέμα πιο πιασάρικο. Έτσι λοιπόν έγινε.

Ο δημοσιογράφος που είχε αναλάβει την υπόθεση ήταν νέος, λεπτός, με γυαλιά μυωπίας και κοντά μαύρα μαλλιά. Ο πρώτος που είχε ρωτήσει ήταν ο θείος.
"Καταλάβατε γρήγορα την απουσία του;"
"Όχι, ήταν η τηλεόραση ανοιχτή όσο έλειπε και ο ήχος ήταν δυνατός και ακουγόταν μέχρι κάτω, οπότε νόμιζα πως ηταν εκει. Άργησα να το καταλάβω.."
"Πείτε μου τι παιδί ήταν. Πώς θα τον περιγράφατε;"
"Ήσυχο... ήταν πολύ ήσυχος και χαμηλών τόνων. Και καλό παιδί, δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν. Αλλά αυτό κυρίως, ήταν πολύ ήσυχος, καμιά φορά δεν καταλάβαινα την παρουσία του όταν ήμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου. Κι όταν μιλούσε, μιλούσε για τα τυπικά. "

Έπειτα ο δημοσιογράφος είχε βρει τη Μαίρη. Τύχαινε να την ξέρει κι από παλιά.
"Μαίρη, είχες πετύχει τον Πέτρο στο λεωφορείο την ημέρα της εξαφάνισης του. Φαινόταν καθόλου διαφορετικός; Κατάλαβες κάτι τέτοιο;"
"Όχι, δεν κατάλαβα τίποτα τέτοιο. Απλά το αισθάνθηκα. Ήταν σαν.. σαν να σκεφτόταν να ταξιδέψει τον κόσμο, αλλά να μην ήταν απόλυτα σίγουρος.. Αλλά το έκανε. Ταξίδεψε. Έφυγε.. Ακόμη κι αυτός... Εγώ ακόμη εδώ, αλλά τι να πεις. Σκατά!"

Μετά είχε επικοινωνήσει με τον κολλητό του, τον Χρήστο. Ο δημοσιογράφος βρήκε τον Χρήστο στο δωμάτιο του το πρωί, με τις πιτζάμες του, πάνω στη γυριστή καρέκλα να παίζει υπολογιστή. Δεν περίμενε τέτοια επίσκεψη και δεν ήξερε καν για την εξαφάνιση ακόμη. Όταν το έμαθε, πήρε αμέσως το σοβαρό του ύφος για τέτοιες καταστάσεις. Άκουγε με προσοχή το δημοσιογράφο.
"Τι είχατε πει στο τηλέφωνο;"
"Ε... να, μιλούσαμε για ένα παιχνίδι στον υπολογιστή που παίζουμε μαζί. Και μου είπε να παίξουμε μαζί, αλλά είχα κανονίσει να παίξω ένα άλλο παιχνίδι με ένα άλλο παιδί, οπότε του είπα ότι δεν γινόταν και.... αυτό."
"Σου φάνηκε καθόλου διαφορετικός;"
"Οο.. όοχι.. ίδιος όπως πάντα. "
"Κάνατε παρέα από μικροί. Τι παιδί ήταν;"
"Καλό παιδί. Ήμασταν φίλοι από το νηπιαγωγείο και με είχε για τον καλύτερο του φίλο. Και κάνουμε ακόμη και σήμερα παρέα. Κάναμε δηλαδή.. Και.......δεν το πιστεύω πάντως...", είπε κοιτώντας αφηρημένος προς το γραφείο του.
Τότε του ήρθε ένα μήνυμα από τον υπολογιστή.
Πλησιασε και είδε.
"Πρόσκληση για παιχνίδι", είπε και χαμογέλασε στον δημοσιογράφο.

Ο τελευταίος με τον οποίο μίλησε ήταν ένας Γιάννης, που ήταν στην ίδια σχολή με τον Πέτρο και κάνανε αρκετή παρέα.
"Δεν τον γνώριζες πολύ καλά, αλλά τι γνώμη είχες για αυτόν;"
"Ήταν καλό παιδί. Τον ήξερα λίγο, αλλά ήταν έτσι... χαμηλών τόνων. Τις περισσότερες φορές δεν πολυμιλούσε. Άλλες φορές πάλι ήταν κανονικός. Ήταν λίγο παράξενος γενικά. Με έπαιρνε πάντα να καθόμαστε σε άλλη θέση, δεν ξέρω πώς διάλεγε κάθε φορά τις θέσεις. Ή το άλλο, όταν μου μιλούσε μες στο μάθημα, δεν με κοιτούσε ποτέ. Εννοώ, γύριζε προς τα 'μενα, αλλά δεν κοιτούσε εμένα. Κοιτούσε πάντα πέρα...στο κενό;.. δεν ξέρω. Και πολλές φορές ήταν νευρικός. Έκανε κάτι απότομες κινήσεις... Γύριζε το κεφάλι του από εδώ κι από εκεί.. όταν έμπαινε κάποιος μέσα στη τάξη, αμέσως να γυρίσει. Περίεργο παιδί. Είχε κι ένα σημειωματάριο, ένα από αυτά τα τσέπης, ξέρετε... και κάθε λίγο και λιγάκι το έβγαζε, έγραφε κάτι, το ξαναέβαζε μέσα, το ξαναέβγαζε. Θέε μου.. Πάντως ήταν καλό παιδί. Είναι σίγουρο ότι χάθηκε;"


********


Τα μάτια του κυρίου Στάθη ακολουθούσαν τα λεπτά μακριά του δάχτυλα καθώς προχωρούσαν πάνω στην εφημερίδα, και φαίνονταν σκοτεινά αφού το φως ήταν λιγοστό σε εκείνο το ακριανό δωμάτιο της βιβλιοθήκης. Είχε έρθει από πολύ νωρίς πάλι και ήταν μόνος. Απ' το παράθυρο ο καιρός έδειχνε συννεφιασμένος. Σίγουρα θα έβρεχε, αλλά ποιος ξέρει πότε..

Σε μία στιγμή, τα μάτια του άρχισαν να λάμπουν καθώς διάβαζε και τα δάχτυλα άρχισαν να κινούνται πιο γρήγορα..και πιο γρήγορα.. Και τα μάτια,
με τις διεσταλμένες κόρες τους, ακολουθούσαν τρέχοντας! Σαν να είχε βγάλει ένα συμπέρασμα από την αρχή και αυτό συνέχεια να επαληθευόταν με όσα περισσότερα διάβαζε. Ο ενθουσιασμός του ήρθε τόσο απρόσμενα και τον γέμισε με ενέργεια. Σηκώθηκε, έκανε βόλτες πάνω κάτω και άρχισε να σκέφτεται.

Άνοιξε γρήγορα τον υπολογιστή και βρήκε το τηλέφωνο του κοντινότερου αστυνομικού τμήματος από την google. Τηλεφώνησε, κατά παράξενο τρόπο, χωρίς κανένα δισταγμό.
"Αστυνομικό Τμήμα Ζωγράφου, παρακαλώ πείτε μου", ακούστηκε μια τυπική φωνή από την γραμμή.
Για μια στιγμή ο κύριος Στάθης ένιωσε αφοπλισμένος, αλλά ευτυχώς πέρασε γρήγορα.
"Ναι, γεια σας", είπε με προσποιητή ευγένεια, "νομίζω μπορώ να βοηθήσω στο θέμα για την εξαφάνιση του παιδιού, αυτό που δημοσιεύτηκε στην σημερινή τοπική εφημερίδα."
Ακούστηκε σιωπή για λίγο. Ο κύριος Στάθης μιλούσε με ύφος υποταγής και το είχε καταλάβει αυτό. Το έκανε πάντα.. αναπόφευκτα.
"Ναι.. λοιπόν;", ακούστηκε ψυχρή η άλλη φωνη.
Ο κύριος Στάθης ένιωσε μεγάλη νευρικότητα. Ένιωθε σαν να ήταν σε ανάκριση στο δικαστήριο ή κάτι τέτοιο. Ξαφνικά θυμήθηκε τον ενθουσιασμό που είχε.
"Στείλτε παρακαλώ κάποιον στην βιβλιοθήκη του Πολυτεχνείου. Πρέπει να μιλήσω σε κάποιον από κοντά."
"Και γιάτι δεν έρχεστε εσείς σε εμάς κύριε;"
"Σας παρακαλώ.", είπε με αποφασιστικότητα.
"Θα τον περιμένω στην είσοδο.", είπε μετά από λίγο.


Ο κύριος Στάθης περπατούσε πάνω κάτω αγχωμένος. Σκεφτόταν τι να πει για να μην εκτεθεί σε αυτόν τον άγνωστο που θα ερχόταν. Να διαλέξει τις σωστές λέξεις, να μη κολλήσει, να είναι ψύχραιμος. Όλα αυτά του φαίνονταν τόσο δύσκολα.


Μόλις πήγε και στάθηκε στην είσοδο, τότε είδε από μακριά να έρχονται δύο αστυνομικοί, ένας ψηλός κοκκαλιάρης και ένας επίσης ψηλός, λίγο παχουλός, με ωοειδές πρόσωπο και γυαλιά. Όσο πλησίαζαν κατάλαβε ότι ο πρώτος ήταν νεαρός κι ο άλλος μεσήλικας.

Πριν έρθουν καλά καλά κοντά, είπε χαμογελώντας νευρικά.
"Εσείς πρέπει να είστε οι αστυνό... Γεια σας. Ελάτε μέσα."

Τους έβαλε μέσα και είδε καλύτερα τα πρόσωπα τους. Στον μεσήλικα, διέκρινε δύο ειρωνικά αυτάρεσκα μάτια πίσω από τα τετραγωνικά του γυαλιά και αμέσως σκέφτηκε ότι ήταν αυτός με τον οποίο είχε μιλήσει στο τηλέφωνο. Ο νέος είχε ένα αγαθό βλέμμα και κοιτούσε το χώρο με τα αργά μάτια του, οπότε ο κύριος Στάθης απηύθυνε τον λόγο στον άλλον.

Ο κύριος Στάθης ο βιβλιοθηκάριος φαινόταν βιαστικός και νευρικός και δεν τους είπε καν να καθίσουν. Οπότε έμειναν όρθιοι εκεί, στην είσοδο της βιβλιοθήκης.
Η σιγανή μα όχι ήρεμη φωνή του ακούστηκε, καθώς άρχισε να μιλάει :
"Λοιπόν.."

...

by Γιώργος

 

ΑΥΤΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ....ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΚΥΚΛΟΣ!!!

Σχόλια

  1. Το διάβασα από την αρχή μιας και δεν είχα διαβάσει τα προηγούμενα κομμάτια! Μπερδεύτηκα, παραξενεύτηκα, σκέφτηκα πράγματα που μπορεί να συμβαίνουν και να ξεκαθαρίζουν το τοπίο.. αλλά περιμένω με αγωνία την συνέχεια! Είμαι σίγουρη θα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που πιστεύω!!
    Καλό μήνα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γεια!
    Το διάβασα κι εγώ ξανά.. σε μερικά σημεία μου φάνηκε κάπως κουραστικό και δύσκολο να το διαβάσω. Έχει αρκετές πληροφορίες που ίσως χρειαστεί και δεύτερη ανάγνωση για να τις προσέξει κάποιος. Επίσης φοβάμαι μην μπερδεύει(όπως είπες) τον άλλον σε βαθμό που να αγανακτεί και να μην τον πολυνοιάζει τελικά. Γενικά δεν ήθελα να κάνω κάτι περίπλοκο...
    Μ' αρέσει που λες ότι περιμένεις την συνέχεια! :)
    Να 'σαι καλά και καλό μήνα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Επιτελους!!!god..επιστρεφει~!!την αγαπω αυτη τη στηλη...τελικα κερδισε κανα βραβειο???εγω ψηφισα παντως γυρω στις 10 φορες!!!!απο δευτερα καινουργιο??τελεια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ναι, πήρε 2 βραβεία. Είσαι πολύ καλός/καλή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ta exoume diavasei ayta!!!!kainourgio ti deytera??

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου