Τόσο Ίδιος και τόσο Διαφορετικός - Δεύτερος Κύκλος (Μέρος 2)


Ο κύριος Στάθης άνοιξε την πόρτα της βιβλιοθήκης και στάθηκε κοιτώντας έξω. Η ομίχλη που έβλεπε πριν να κρύβει το βουνό είχε επεκτείνει την κυριαρχία της μέχρι εκεί κάτω και ο κ.
Στάθης δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα από κάποιο σημείο και πέρα. Ούτε την ανηφόρα, ούτε τα κτήρια.. Έβλεπε το απόλυτο χάος.. Και ο μόνος ήχος ήταν η βροχή που έπεφτε με δύναμη στο εξαφανισμένο έδαφος. Θα μπορούσε να έπεφτε σε πτώματα, δε θα το καταλάβαινε κανείς.

Στο μυαλό του ήταν μονάχα εικόνες από εκείνη την ημέρα στη βιβλιοθήκη. Όχι μόνο στο μυαλό
του.. ήταν και μπροστά στα μάτια του. Στο χάος μπορείς να αυτοσχεδιάσεις και να το φτιάξεις όπως θες εσύ. Έτσι δεν έκανε κι ο Θεός, άλλωστε;

Να, τώρα περνούσε από δίπλα της το αγόρι, ακούμπησαν οι αγκώνες τους. Φορούσαν κι οι δύο άσπρα κοντομάνικα. Η ένταση στις κινήσεις του αγοριού ήταν φανερή. Το κορίτσι τον κοίταξε για λίγο αφού πέρασε. Αλλά μετά έφυγε. Κι αυτός δεν γύρισε πίσω καν. Συνέχισε να προχωράει. Πιο βαθιά. Μέσα στη βιβλιοθήκη.


Ο κ. Στάθης έβλεπε από τα μάτια του αγοριού τώρα. Το αγόρι, σταμάτησε σε κάτι ξύλινα κάγκελα και κοίταξε κάτω. Ήταν τότε που θυμάται να ένιωσε για πρώτη φορά έλξη για το άλλο φύλο. Ήταν εκείνο το πανέμορφο κορίτσι.. Την είχε κρυφά ακολουθήσει στο ποτάμι, οπού αυτή έβγαλε τα παπούτσια της και τις κάλτσες της και βούτηξε τα πόδια της μέσα, μέχρι το γόνατο. Ποτέ του δεν την γνώρισε. Είχε τρεις μέρες να το κάνει, αλλά δε το έκανε. Είχε πάει εκεί με τους γονείς του και μετά έπρεπε να φύγουν.

Ο κ. Στάθης προχώρησε κι άλλο. Ήταν σε εκείνο το πάρτυ τώρα που έκανε μια συμμαθήτρια του. Ένας φίλος του τον είχε πάρει από το χέρι και τον είχε δώσει σε ένα κορίτσι να χορέψουν. "Είναι ντροπαλός" της είπε, "βοήθησε τον, ξέρεις.." και της έκλεισε το μάτι. Το κορίτσι μόλις έμειναν μόνοι του είπε: "Περίμενε μια στιγμή, να πάω να πάρω ένα τηλέφωνο.." . Άκου εκεί, τηλέφωνο σε πάρτυ... Δεν γύρισε ποτέ βέβαια. Ούτε ο Στάθης την περίμενε. Δεν του άρεσε από την πρώτη ματιά. Κι ένα σωρό πρόσωπα, στιγμές, γεγονότα εμφανίζονταν μπροστά του χωρίς να μπορεί να τα ελέγξει.

Και τότε γλίστρησε, έπεσε κάτω κι όλα χάθηκαν.... Τόση ώρα νόμιζε ότι στεκόταν στην είσοδο της βιβλιοθήκης. Κι όμως, είχε προχωρήσει στη μέση του χάους. Κι έβρεχε ακόμη κι οι στάλες ήταν βαριές. Ήταν από εκείνες που πέφτουν πάνω σου με βία και σε πονάνε.

Φάνηκε μια φιγούρα που κρατούσε μια ομπρέλα να πλησιάζει. Μάλλον τον είδε γιατί άρχισε να επιταχύνει. Πήγε κοντά και έσκυψε από πάνω του. Ήταν η κυρία Μαίρη, που δούλευε κι αυτή στη βιβλιοθήκη.
"Κ. Στάθη, είστε καλα;", είπε ανήσυχη.
"Κυρία Μαιρη.. Είδα τη ζωή μου μπροστά μου.", είπε με δέος ο κ. Στάθης. "Είδα εικόνες και πρόσωπα από όταν ήμουν παιδί, είδα εικόνες που είχα τελείως ξεχάσει, είδα.."
"Μη, μη, μη..." έκανε η κ. Μαίρη και έβαλε βιαστικά το ζαρωμένο της χέρι στο στόμα του κ. Στάθη. "Σταματήστε κ. Στάθη. Γιατί μου το κάνετε αυτό;" είπε έντονα."Πω, δεν έπρεπε να σας συναντήσω καθόλου σήμερα."
"Αχ, συγγνώμη. " είπε μετά από λίγο μετανιωμένη και τον βοήθησε να σηκωθεί και του είπε πιο ήρεμα:
"Ακούστε, σε δύο χρόνια περίπου παίρνω την σύνταξη μου και φεύγω από 'δω. Όπως κι εσείς.. Έχω ένα ημερολόγιο στο σπίτι και σβήνω μία μία τις μέρες. Μετά θα πάω να ζήσω ήσυχα στο χωριό μου. Και θέλω να κοιτάω μπροστά. Δε θέλω να ξαναζήσω αυτόν τον εφιάλτη των αναμνήσεων  -που προσπαθούσα να αντιγράψω το παρελθόν.. τις σκοτεινές και μίζερες εκείνες νύχτες που σκότωνα ό,τι ωραίο μου είχε μείνει από παλιά για να το φέρω πίσω. Τίποτα δεν επαναλαμβάνεται. -Όχι.. Κι όσο πιο μακρινές είναι οι αναμνήσεις, τόσο πιο πολύ πονάνε. Φτυάρι θέλουν, φτυάρι και θάψιμο. Ποτέ δεν ήμασταν νέοι, κ. Στάθη..." είπε και τέλειωσε έτσι τη συζήτηση.

Η βροχή και η ομίχλη είχαν σχεδόν υποχωρήσει . Η κ. Μαίρη άρχισε να περπατάει προς το κτήριο. "Θα έρθετε;", του είπε.
"Εε, θα περπατήσω λιγάκι και θα έρθω σε λίγο.", είπε ο κ. Σταθης και κατευθύνθηκε προς τη περιοχή με το περισσότερο πράσινο.
Η δυνατή βροχή είχε πνίξει τα περισσότερα φυτά αλλά η υγρασία έφερνε πολλές ωραίες μυρωδιές. Ο κ. Στάθης σκεφτόταν ξανά αυτά που είχε δει στην ομίχλη. Του είχαν προκαλέσει μεγάλη συγκίνηση. Ήδη αυτή η μέρα είχε γίνει μια ξεχωριστή μέρα της ζωής του.
Σκέφτηκε επίσης τα λόγια της κ. Μαίρης και το ότι ήταν η πρώτη φορά που έκαναν μαζι μία τέτοια "συζήτηση" πέρα από τις τυπικές. Παρόλο που την έβλεπε κάθε μέρα εδώ και τόσα χρόνια δεν ήξερε τίποτα γι' αυτήν μέχρι εκείνη την ημέρα. Αυτή η σκέψη του προκάλεσε θλίψη και ενοχές. Θα μπορούσαν να είχαν γίνει... φίλοι.

Άκουσε το λεωφορείο να έρχεται και τότε συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ κοντά στη στάση. Σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερο να μη δουλέψει σήμερα και αποφάσισε να το πάρει.

Ξαφνικά φαντάστηκε χιόνι. Χιόνι παντού: στο δρόμο, στα δέντρα, στο λεωφορείο, στην οροφή της στάσης.... Αλλά σύντομα πέρασε.. Άπλωσε το χέρι του για στάση προς τον οδηγό του λεωφορείου που είχε πρόσωπο εσκιμώου και κάθισε ακίνητος. Τότε κοίταξε τη παλάμη του.. και κατάλαβε οτί την είχε χτυπήσει από το πέσιμο. Τελικά το λεωφορείο έφτασε και ο κ. Στάθης μπήκε γρήγορα μέσα.

by Γιώργος

Σχόλια