Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 6)



Ευχαριστώ όλους για τις προβολές και τα σχόλια στο μέρος 5. Με ενθάρρυναν σημαντικά! Αυτό είναι το (προ)τελευταίο επεισόδιο κι είναι χωρισμένο στα εξής 2 μέρη:
(Η φωτογραφία είναι χειροποίητη ζωγραφιά της Μαρίας που έχει τη στήλη M File
και σύντομα θα αρχίσει να ξαναγράφει στο blog.)

Τα προηγούμενη μέρη εδώ

----


α μέρος


Έβλεπε έναν άντρα με γυρισμένη την πλάτη ο οποίος είχε ρίξει κάτω ένα κορίτσι με μαύρα μαλλιά και με λύσσα προσπαθούσε να της ξεκουμπώσει το τζιν. Αυτή αντιστεκόταν ωθώντας πλάγια με τα πόδια της το σώμα της πίσω είτε κλωτσώντας. Δεν ούρλιαζε, ωστόσο ο Πέτρος διαισθανόταν την ένταση. Ήξερε ποια ήταν.

Έτρεξε και τράβηξε με δύναμη τον άντρα πίσω. Ο άντρας γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια του είχαν μια κόκκινη απόχρωση και τη στιγμή που γύρισε είχε ένα βλέμμα επιθετικό, κακό, γεμάτο θυμό και ενέργεια έτοιμη να ξεσπάσει. Ο Πέτρος τρόμαξε γιατί τον είχε δει τόσο διαφορετικό πριν λίγο. Ήταν ο "δάσκαλος".

Το βλέμμα του αυτό κράτησε μονάχα μια στιγμή, γιατί μόλις κατάλαβε ότι ήταν ο Πέτρος, η αλλαγή στη στάση του ήταν φανερή. Το βλέμμα του πάγωσε και έγινε κάτασπρο και τα μάτια του έγιναν κανονικά όπως πριν, ίσως λίγο πιο ανοιχτόχρωμα. Το κεφάλι του τινάχτηκε προς τα πίσω και το σώμα του πήρε αμυντική στάση.  Είπε με έκπληξη και φόβο :
"Θέε μου, ήρθε ο Γιώργος", πιο πολύ σαν να μιλούσε στον εαυτο του και έφυγε τρέχοντας στα τέσσερα σαν λύκος, ένας λύκος όμως τρομαγμένος και δειλός, όχι άγριος και δυνατός όπως πριν.

Στο μεταξύ, το κορίτσι είχε μείνει ακίνητο και κοιτούσε τον Πέτρο με προσεκτικό, επιφυλακτικό βλέμμα. Ο Πέτρος έκανε να πάει προς τα αυτήν, αλλά μόλις έκανε ένα βήμα μπροστά, αυτή σύρθηκε την τριπλάσια απόσταση πίσω. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο πρόσωπο του, άγρια και σκληρά. Έμοιαζε σαν φοβισμένη γάτα κι αυτός σαν άνθρωπος που ήθελε να την ταϊσει ή να την χαϊδέψει.
"Δεν θέλω να σε βλάψω", είπε ο Πέτρος προσπαθώντας να ακουστεί ήρεμος και με μια βραχνάδα στη φωνή του που της έδινε παραπάνω ειλικρίνεια και σοβαρότητα.

Κινήθηκε λίγο ακόμη προς τα αυτήν, μα αυτή έφυγε αμέσως προς τα πίσω και χάθηκε κι αυτή στο σκοτάδι από άλλη κατεύθυνση. Ο Πέτρος άρχισε να την καλεί πίσω. Ο ήχος από το τρέξιμο της άρχισε να σβήνει. Όταν κατάλαβε ότι είχε φύγει πια για τα καλά, διοχέτευσε όλη την συσσωρευμένη απελπισία του σε ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό, που ξεσήκωσε όλους τους λύκους του δάσους και όλοι οι λύκοι άρχισαν να γρυλίζουν και να ουρλιάζουν σαν να μοιράζονταν τον πόνο και τη θλίψη του.

Ο Πέτρος ιδρωμένος από την ένταση της στιγμής έκανε να φέρει τα χέρια του στο πρόσωπο του, μα τα νύχια του κι οι παλάμες του ήταν καταματωμένες. Οι πληγές είχαν ανοίξει ξανά. Σωριάστηκε κάτω αδύναμος και μουρμούρισε :
" Τι στο διάολο μου συμβαίνει; ..... Γιατί είναι όλοι εχθρικοί με εμένα, γιατί είναι όλα εναντίον μου; "
Σιωπή για λίγο. "Γιατί με είπε Γιώργο, δεν καταλαβαίνω.."
Σιωπή πάλι. Ο Πέτρος άφησε να φύγει ένα παράξενο πνιχτό γέλιο.
" Είμαι το πιο ενοχικό, ανελεύθερο, κακόμοιρο πλάσμα του κόσμου. Είμαι φυλακισμένος εδώ. Εδώ τιμωρούμαι. Ο Γιώργος με τιμωρεί. Είναι ο τύραννος μου. Αυτός τα σκηνοθέτησε όλα.. από την αρχή μέχρι το τέλος. Το τέλος.. το θέλω τόσο πολύ αυτό το κωλοτέλος."

Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλα του. Ο Πέτρος δεν μιλούσε τώρα. Είχε κλείσει τα υγρά μάτια του. Γύρω ήταν όλα ήρεμα, σαν μια φωτογραφία. Απαλός αέρας κουνούσε μόνο τα ξερόφυλλα, που άφηναν έναν σιγανό φοβισμένο ήχο.

Ο Πέτρος ήταν εντελώς ακίνητος. Ακόμη και τα δάκρυα κυλούσαν πολύ αργά. Όλα γύρω σιγά σιγά είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται. Όχι με βία, αλλά σαν κάτι ανώδυνο. Οι σκούροι κορμοί των δέντρων άνοιγαν, τα φύλλα γίνονταν μικροσκοπικά θρύμματα, όλα ξέβαφαν και χαλούσαν, σκούριαζαν και πεθαίναν, όπως ένας ηλικιωμένος πεθαίνει στον ύπνο του.

Κι ήταν ένα όραμα ή ένα κάλεσμα ή ήταν εκείνο το σύνθημα, κάπου στους γκρεμούς του δαιδαλώδους μυαλού του, που επαναλαμβανόταν : " Δεν θα κάνω ό,τι πρέπει να κάνω, δεν θα κάνω ό,τι πρέπει να κάνω, δε θα κάνω ό,τι πρέπει να κάνω.. ". Μέχρι που από σκέψη έγινε λέξεις, ψιθυριστές. Άρχισε να το ψιθυρίζει και να το επαναλαμβάνει σαν ξόρκι.

Άκουσε βήματα και κίνηση από πίσω, μα συνέχισε. Τα μάτια του παρέμεναν κλειστά. Όσο το έλεγε η φωνή του δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Άκουγε ήχους απροσδιόριστους τώρα να συνδυάζονται και να προκαλούν χάος. Συνέχισε. Ένιωσε μια παρουσία δίπλα του.. Ένα χέρι να περνάει αργά κάτω από το σβέρκο του. Κι ο σβέρκος του κρύος, ιδρωμένος. Μυρωδιές, φωνές... Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο, άνοιξε τα μάτια του.


----

β μέρος


Ήταν ημέρα! Ο ουρανός ήταν μπλε με λίγα σύννεφα και το φως έκανε το δάσος τόσο διαφορετικό, τόσο πιο οικείο. Θυμήθηκε μια παιδική ανάμνηση, όπου είχε πάει διακοπές σε ένα μέρος για πρώτη φορά και είχε φτάσει βράδυ και το πρωί του φαινόταν σαν να βρισκόταν αλλού.

Η παρουσία που είχε νιώσει δίπλα του ήταν η παρουσία της μικρής που είχε τρέξει. Τώρα δεν φαινόταν μικρή.. ήταν όπως όταν την είχε πρωτοδεί. Άπλη, σπάνια ομορφιά.. κι ήταν μεταδοτικά χαρούμενη. Μιλούσε με τις φίλες της που κάθονταν απέναντι πάνω σε έναν κορμό δέντρου. Είχε φέρει μαζί της κάτι μικρές αρκούδες, που έκαναν βόλτες γύρω της.
Υπήρχαν παντού παιδιά στο δάσος. Υπήρχε ζωή : πουλιά, ζώα, μυρωδιές, γέλιο.

"Κύριε Πέτρο, έρχεστε λίγο εδώ;", φώναξε αυτή και σήκωσε το χέρι της για να δώσει έμφαση. Σηκώθηκε τότε ο κύριος Πέτρος, που ήταν 15 περίπου μέτρα μακριά πιο 'κει, και δεν ήταν άλλος από τον "δάσκαλο". Άρχισε να περπατάει προς την παρέα με ασταθές βήμα.

Ο νέος Πέτρος τον κοιτούσε στα μάτια καθώς ερχόταν. Τα μάτια του "δασκάλου"
είχαν μια επιτηδευμένη βαθύτητα, μια προσποιητή ηρεμία και το χαμόγελο του φαινόταν δειλό. Ο Πέτρος κατάλαβε ποιο απροσδιόριστο συναίσθημα του δημιουργούσε : μίσος...

Και πάγωσε στη σκέψη που του πέρασε αναπόφευκτα απ' το μυαλό : Ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν παρά ο ίδιος μετά από 30-40 χρόνια!..... Όλοι του οι τρόμοι είχαν έρθει στη μορφή αυτού του απελπισμένου, καταπιεσμένου 50άρη.. του άγριου πεινασμένου λύκου στα παρασκήνια μα του τρομαγμένου λύκου στο θέαμα του τυράννου του και στα μάτια του κόσμου. Ένος τυράννου από τον οποίο προσπαθεί μονίμως να ξεφύγει είτε βρίσκοντας δικαιολογίες,  είτε φτιάχνοντας ψεύτικες πλοκές είτε εφευρίσκοντας σχέδια για να δράσει στα κρυφά.
"Όλα βγάζουν νόημα από την αρχή τώρα", σκέφτηκε ο Πέτρος σοκαρισμένος. " Τα παιδιά να είναι πίσω πριν τη νύχτα, ο χαμένος Γιώργος, ο Μάριος που του αποσπούσε την προσοχή.."

Ο κύριος Πέτρος στο μεταξύ είχε φτάσει κοντά. " Τι θες μικρή μου;", είπε χαμογελώντας χωρίς αυτοπεποίθηση. "Γιατί με σηκώνεις;", κάλυψε την ανυπόφορη σιωπή.

Αυτή του είπε : " Πιο κοντά" με σταθερή φωνή. Ο "δάσκαλος" παραξενεύτηκε αλλά χαμογέλασε και έκανε ένα βήμα πιο κοντά της. Αυτή άπλωσε το δεξί χέρι της και ακούμπησε την δεξιά παλάμη του και ξαφνικά, μπροστά στα μάτια του Πέτρου, ο "δάσκαλος" έγινε χώμα.. καφέ, παλιό, άχρηστο χώμα που έπεσε στο έδαφος και αφομοιώθηκε απ' αυτό... Δεν υπήρχε κανένα σημάδι του κύριου Πέτρου πια...
Ο Πέτρος έμεινε έκπληκτος. Ήταν πια πραγματικά ευτυχισμένος εκείνη τη στιγμή. Όλα συνέχιζαν σαν να μην έγινε τίποτα. Το ίδιο ειρηνικά.. ή σχεδόν ειρηνικά.

Γιατί ο Πέτρος είχε δει. Είχε δει με την άκρη του ματιού του διαβήτες να κρέμονται απο την μηλιά αντί για μήλα, είχε δει τα άσπρα σύννεφα που προσπαθούσαν να σχηματίσουν κάτι στον ουρανό, είχε δει τα τρελά μάτια των τόσο φιλικών αρκούδων και το μαύρο λεωφορείο να περιμένει. Υπήρχαν και ένιωθε ότι πάντα θα υπάρχουν.

Τώρα όμως κοιτούσε αυτήν ενώ μιλούσε με τις φίλες της. Την κοιτούσε σταθερά, χωρίς φόβο, χωρίς να είναι έτοιμος να γυρίσει το βλέμμα του αλλού. Κι αυτή γύρισε και συνάντησε το βλέμμα του, όπως αυτός περίμενε. Πάντα γυρίζουν όταν κοιτάς για πολλή ώρα.

"Γεια, είμαι ο Γιώργος!", της είπε χωρίς δισταγμό. Αυτή χαμογέλασε και του έκοψε την ανάσα. Ένιωθε όμως τη δική της ανάσα στο πρόσωπο του κι ήταν αρκετή.
Κάπου τότε κατάλαβε ότι ο σβέρκος του τόση ώρα ακουμπούσε στο αριστερό της χέρι.

Για πρώτη φορά φαίνονταν όλα τόσο απλά, τόσο απέριττα και τόσο όμορφα. Ήταν ένας υπέροχος κόσμος, μία στιγμή που η ανάμνηση της θα έσωζε κάθε αυτόχειρα από το θάνατο και κάθε πονεμένο από τη κατάθλιψη, μόνο και μόνο γιατί μέσα από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες μορφές τους, θα είχαν την δυνατότητα να την ξαναζήσουν. Η αναγέννηση είχε ήδη γίνει.
Ω και για δες: ένα μήλο έπεσε από το δέντρο!

by Γιώργος

---------------------------

(Αν έχετε να κάνετε ερωτήσεις πάνω στην πλοκή, να ξέρετε ότι θα απαντήσω σε όλες.)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ 5



















5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε... at 15 Ιουνίου 2012 - 6:13 μ.μ.

MPORW NA EXW TWRA TI SINEXEIA...DEN EXW XASEI OUTE MIA STILI!!!!!!

Ανώνυμος είπε... at 19 Ιουνίου 2012 - 2:15 π.μ.

exw porothei ta exw diavasei ola ta teyxi!!!

Ανώνυμος είπε... at 4 Ιουλίου 2012 - 3:54 μ.μ.

I ISTORIA GAMEI K DERNEI!!!

Ανώνυμος είπε... at 4 Ιουλίου 2012 - 6:12 μ.μ.

i sinexeia gt argei toso??

Γιώργος είπε... at 7 Ιουλίου 2012 - 12:01 π.μ.

Συγγνώμη για την καθυστέρηση, δεν είχα πολύ χρόνο. Η συνέχεια θα βγει αυτή τη Κυριακή ή Δευτέρα. )

Δημοσίευση σχολίου

 

Followers

Δημοφιλείς αναρτήσεις