Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 4)


"Ωωχ", ψιθύρισε ο Πέτρος αφήνοντας μια μακρόσυρτη ανάσα. "Και κάτι μου θύμιζαν απ' την αρχή.."  Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα και τα πόδια του πήγαιναν πάνω κάτω με τρομερή νευρικότητα. Αυτό το πάνω-κάτω του θύμισε την δεύτερη φορά που την είχε δει στη ζωή του. Την θυμόταν να κάθεται σε ένα θρανίο, χαμογελώντας και κουνώντας φανερά χαρούμενη πάνω κάτω τα πόδια της, γεμάτη ενέργεια.. Ήλιος, ανοιχτά παράθυρα, πράσινο.. Ο Πέτρος τότε έβγαλε έναν αναστεναγμό που έμοιαζε περισσότερο με μικρή κραυγή.


EΔΩ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ


Είχε καλύψει το πρόσωπο του με τις κλειστές παλάμες του, είχε κλείσει τα μάτια του και μάλιστα τα πίεζε να μείνουν κλειστά με όλη τη δύναμη των βλεφάρων του,
μα παρόλα αυτά ακόμα έβλεπε... Κατακόκκινος ήλιος, σπασμένα παράθυρα, σέπια ουρανός, ζιζάνια.. Κι άλλη κατακρεουργημένη ανάμνηση.. Οι φυλακές του μυαλού του είχαν ανοίξει χωρίς τη θέληση του. Τα θηρία έδειχναν το πρόσωπο τους. Τώρα πια ήταν όλα πέρα από τον έλεγχο του. Οι άκρες των παπουτσιών του χτυπούσαν στο πέτρινο τοίχωμα του εξογκώματος με μανία καθώς τα κουνούσε πάνω κάτω και ωθούσαν το σώμα του λίγο πιο μπροστά κάθε φορά. Κι ακουγόταν σαν κάποιος να βαρούσε πολύ μπάσα τύμπανα πολέμου...........
Μέχρι που δόθηκε η χαριστική βολή.


Ο Πέτρος ένιωσε να πέφτει. Ένιωσε την κόντρα του αέρα πάνω του, το σφύριγμα του.. ένιωσε σαν να πέφτει απο ουρανό σε θάλασσα κι από θάλασσα σε ουρανό. Προσγειώθηκε κάπου σώος με τα χέρια μπροστά. Οι παλάμες και τα νύχια του έτσουζαν, αλλά μόνο αυτά.

Ο Πέτρος είχε πέσει στο δάπεδο με τα χέρια μπροστά. Τα νύχια και οι παλάμες του είχαν ματώσει.

Άνοιξε τα μάτια του.. Είχε πέσει σε χιόνι. Συγκεκριμένα βρισκόταν σε μια παράξενα φαρδιά κορυφή ενός βουνού. Δεν είχε ομίχλη, αλλά απόλυτη διαύγεια. Όλα ακίνητα.. Σήκωσε το κεφάλι του. Ένας ήλιος με δόντια τον κοίταζε στα μάτια. Είδε ένα μαύρο κτήριο κοντά. Άρχισε να σέρνεται προς τα εκεί. Πονούσαν τα νύχια του.


Άνοιξε τα μάτια του και σήκωσε το κεφάλι του. Το φως του φεγγαριού έπεφτε ίσια πάνω στο βλέμμα του. Είδε την μπλε πόρτα του σχολείου και σύρθηκε προς τα εκεί.


Έφτασε στο κτήριο. Είχε μια πόρτα με χρώμα σκούρο καφέ που δεν την είχε διακρίνει από μακριά. Σηκώθηκε και σκούπισε το χιόνι από πάνω του. Πίεσε την πόρτα προς τα μέσα.

Έφτασε στη μπλε πόρτα του σχολείου. Σηκώθηκε. Σκούπισε τα πετραδάκια από πάνω του και την πίεσε προς τα μέσα να ανοίξει..

Η πόρτα άνοιξε! Πάνω το ταβάνι ήταν από γυαλί και έμπαινε το φως του ήλιου μέσα. Ο Πέτρος συνειδητοποίησε αμέσως ότι ο χώρος έμοιαζε με κάποιο από τα παλιά του σχολεία. Μόνο που η μια μεριά ήταν γεμάτη πόρτες.. πόρτες που δεν είχε ξαναδει. Ήταν αριθμημένες με παράξενο τρόπο. Ο Πέτρος άρχισε να διαβάζει καθώς προχωρούσε. "1 level, 3 level, 7 level, 8 level, 17 level, 19..." . Καμία από αυτές δεν άνοιγε. Ο Πέτρος ξαφνικά σταμάτησε. Level 24... Την κοίταξε για λίγη ώρα σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι. Την πίεσε. Άνοιξε..


Προχώρησε σε ένα μακρόστενό διάδρομο. Αριστερά και δεξιά οι τοίχοι είχαν κάτι σαν τοιχογραφία με ανοιχτά χρώματα. Η τοιχογραφία με μια πρώτη ματιά έμοιαζε με ζωγραφιά, αλλα αν την παρατηρούσες προσεκτικά  θα καταλάβαινες ότι έγραφε ένα ατελείωτο "lolololololol..." με καλλιγραφικά. Ο Πέτρος περπατούσε κοιτάζοντας τους τοίχους, μέχρι που κουτούλησε ελαφρά σε μια κακής ποιότητας ξύλινη πόρτα με οπές. Στην πόρτα ήταν γραμμένο με κόκκινα γράμματα "LOL". Έρχονταν γέλια από μέσα.


Άνοιξε σιγά την πόρτα. Ήταν μια αίθουσα κλειστού cinema γεμάτη παιδιά και εφήβους και έμοιαζαν να το διασκεδάζουν. Γελούσαν και φώναζαν, εφοδιασμένα με ποπ-κορν και κόκα-κόλες και άλλα τέτοια. Ανάμεσα τους ο Πέτρος διέκρινε τον Χρήστο και τον Θοδωρή. "Αυτοί δεν υποτίθεται ότι έπαιζαν υπολογιστή μαζί;", θυμήθηκε, αλλά σύντομα ανακουφίστηκε. Ο Χρήστος το είχε πει. Θα πήγαιναν για lol. Ο Πέτρος βρήκε μια θέση πίσω πίσω και κάθησε.
Η οθόνη έδειχνε σίγουρα κάτι "όχι και τόσο φυσιολογικό" :


Ήταν ένας έφηβος, γύρω στα 16-18, καθισμένος στην καρέκλα γραφείου του
. Υπήρχαν καλώδια παντού. Το ένα χέρι του ήταν ελεύθερο, ενώ το άλλο ακουμπούσε το ποντίκι. Αλλά συνέβαινε το εξής παράδοξο: το ποντίκι ήταν πάνω απ' το χέρι του του κι όχι το αντίστροφο. Και το ποντίκι ήταν αυτό που κινούσε το χέρι(!) πάνω σε μια οθόνη αφής που είχε διάφορες εντολές. Να, τώρα κινήθηκε πάνω στην εντολή "Κάνε like" και αστραπιαία ο νέος σήκωσε το ελεύθερο του χέρι και έκανε την κλασσική χειρονομία με τον αντίχειρα ψηλά. "Γέλα δυνατά". Δεν γελάει.. πάει στο πληκτρολόγιο και γράφει "LOL". "Πες ένα αστείο". Ο νέος λέει ένα ανέκδοτο με τον Chuck Norris. Η φωνή του μοιάζει με φωνητική ακρόαση, όπως αυτές που υπάρχουν στο μεταφραστή Google ή στο Thesaurus..
"Αυνανίσου"... Ο νέος βυθίζει το χέρι του στο παντελόνι του.


Τότε μπήκε ένας συνομηλικός του μέσα και είπε στον καθισμένο με φιλικό ύφος: "Γεια ρε, τι λέει;". Το ποντίκι κινήθηκε στην εντολή με κόκκινα γράμματα "Attack!". Ο καθισμένος ταχύτατα έριξε μια μπουνιά στην κοιλιά του παιδιού, που είχε διπλωθεί και τον κοίταζε απορημένο. "Critical Strike!". Ο καθισμένος έφηβος πήρε τότε το πληκτρολόγιο και το χτύπησε με δύναμη στο κεφάλι του άλλου, που έπεσε κάτω αναίσθητος. " Όχι με το πληκτρολόγιο, ηλίθιε. Πες : είμαι ηλίθιος..." . Ο νέος λέει "Είμαι ηλίθιος.". "..και μου αξίζει να πεθάνω". "Και μου αξίζει να πεθάνω.". Το ποντίκι τότε ενεργοποίησε την εντολή με κόκκινα γράμματα "Kill yourself".


Τα παιδιά είχαν σταματήσει να γελάνε. Κοιτούσαν με πετρωμένο, τρομαγμένο βλέμμα την οθόνη. Μερικά γύρισαν το κεφάλι τους με αηδία όταν ο έφηβος βρήκε έναν διαβήτη καθώς έψαχνε τη μολυβοθήκη του. Ένα παιδί μάλιστα, καθώς τινάχτηκε από τη θέση του, έλουσε το μπροστινό του... με μια γεμάτη σακούλα ποπ-κορν! Ένα άλλο παιδί το είδε και το έδειξε επιδεικτικά γελώντας. Σύντομα όλοι άρχισαν να ξαναγελάνε και ήρθε η παλιά ατμόσφαιρα στην αίθουσα. Τότε εξάλλου η οθόνη έδειχνε τα credits και έπειτα μαύρισε. Ο Πέτρος αποφάσισε να πάει να βρει τους φίλους του, αλλά δεν τους έβρισκε. Μέσα γινόταν χαμός άλλωστε. Ιπτάμενα ποπ-κορν και πατατάκια, φωνές, γέλια, ξύλο.


Μέχρι που τα φώτα άρχισαν να κλείνουν σιγά σιγά και ο θόρυβος έσβηνε σαν απομακρυνόμενος θίασος. Μετά από λίγη ώρα υπήρχε απόλυτο σκοτάδι και απόλυτη ησυχία. Κανείς δεν είχε μείνει στην αίθουσα. Ο Πέτρος είχε τρομάξει. Άκουσε ξαφνικά τη μηχανή λεωφορείου να ξεκινά και να αρχίζει να προχωράει. Ένιωσε ότι βρισκόταν μέσα σε αυτό! Καθόταν ακόμη στην θέση του "cinema".

Μετά από λίγο ακούστηκε μια θηλυκή φωνή. Μιλούσε δυνατά, φωναχτά σχεδόν και είχε τη χαρακτηριστική χροιά ανθρώπου που είναι έτοιμος να κλάψει.

"Δεν έχω ούτε μια φίλη απ' τη σχολή. Ούτε φίλο! Τίποτα..... Κανένας.. Και καμία δεν με είχε καλέσει σπίτι της. Ψέμματα σου έλεγα.......... Αλλά τι σε νοιάζει εσένα;"
Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Ξέσπασε σε λυγμούς.
Ο Πέτρος κατάλαβε ότι ήταν η Μαίρη και ότι δεν ήταν και πολύ στα καλά της.
"Ούτε καν μου πρότεινες να έρθεις μαζί μου!", του λέει επιθετικά.
Ο Πέτρος αφήνει μια λέξη γεμάτος οίκτο και ενοχές.
"Μα..."
"Σταμάτα. Μη μιλας!", τον διακόπτει αυτή απότομα.
Το "λεωφορείο" τότε σταμάτησε και η πόρτα του "cinema" άνοιξε. Μπήκε φως από την πόρτα και φωτίστηκε το γεμάτο μίσος και στεναχώρια πρόσωπο της Μαίρης.
"Τώρα κάτσε εδώ να πεθάνεις!", του είπε με πιο χοντρή φωνή και έφυγε σαν καπνός.
Η πόρτα ξαναέκλεισε και το λεωφορείο συνέχισε.




by Γιώργος

---------------------------
( Η συνέχεια σύντομα )









0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

Followers

Δημοφιλείς αναρτήσεις