Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Τόσο ίδιος και τόσο διαφορετικός - Αφήγηση (Μέρος 2)


Τη στιγμή εκείνη χτύπησαν οι καμπάνες της εκκλησίας. Ο κόσμος άρχισε να αποχωρεί από την Εσπερινή Λειτουργία. Ηλικιωμένοι, καταπιεσμένα παιδιά και αδικημένοι απ' τη ζωή μεσήλικες έβγαιναν κυρίως τέτοια ώρα από τα πλατιά πέτρινα σκαλιά της εκκλησίας. Και το στρογγυλό φεγγάρι, ο απόμακρος ήχος των καμπάνων, ο καθαρός καιρός, η σκέψη ότι καθένας από αυτούς τους ανθρώπους έχει τη δική του ζωή, εμπειρίες, φίλους, αναμνήσεις.. όλα αυτά σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του Πέτρου συνέθεσαν μία μαγική, κάπως ονειρική ατμόσφαιρα.

Αυτό που ήξερε ο Πέτρος ήταν ότι δε θα έμενε μέσα απόψε. Πήρε το τσαντάκι μέσης, φόρεσε το μαύρο του μπουφάν, κλείδωσε και έφυγε. Κατέβηκε τις σκάλες τρέχοντας και τότε θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει ανοιχτή την τηλεόραση. "Δεν πα' να 'ναι", σκέφτηκε.

Περπατούσε αντίθετα από τον κόσμο που βγήκε από την εκκλησία. "Μόνος εναντίον όλων", είπε χαμογελώντας και συνέχισε με ψηλά το κεφάλι και παρατηρώντας πρόσωπα. Έπρεπε να περάσει από μέσα τους και να εξαφανιστούν για να καταλάβει ότι δεν είχε πού ακριβώς να πάει. Κατευθύνθηκε προς τη στάση. " Όπου με βγάλει.. Θα πάρω λεωφορεία, θα ανέβω σε καρότσες φορτηγών, σε τρένα - στο σημείο εκείνο που συνδέονται τα βαγόνια (Christopher McCandless style)- , θα κάνω autostop.. " .

Η στάση τώρα φαινόταν κι ο Πέτρος διέκρινε απο μακριά μια γνωστή φιγούρα. Μα βέβαια, ήταν η Μαίρη.. Η Μαίρη είχε πολύ άσπρο δέρμα και αυτό ίσως προσέδιδε κάτι στην αύρα που εξέπεμπε. Σαν να προσπαθούσε να σε προειδοποιήσει για κάτι, σαν να σου φωνάζει κάτι σε μια συμβολική γλώσσα. "Δεν είμαι αυτό που δείχνω" ή "Κατάλαβε με, απελευθέρωσε με". Με ένα τέτοιο βλέμμα κοιτούσε μέχρι να δει τον Πέτρο και να τον χαιρετήσει με ένα μετά βίας χαμόγελο.


- "Τι κάνεις;" την ρωτάει.
- Έτσι κι έτσι. Εσύ;
- "Ε κι εγώ, έτσι κι έτσι", είπε ο Πέτρος με ενα μειδίαμα.
- "Πού πας;", ρώτησαν κι οι δύο ταυτόχρονα και γέλασαν.
- "Σε μια φίλη μου από τη σχολή. Εσύ πού πας;", λέει η Μαίρη.
- Εεε.. ξέρεις........ προς κέντρο έλεγα..
- "Ξέρω, ξέρω", απαντάει η Μαίρη με μυστικιστικό ύφος.

"Απρόβλεπτο άτομο", σκέφτηκε ο Πέτρος
Τότε σηκώθηκε η κυρία με τις τσάντες και κατάλαβαν ότι έφτασε το λεωφορείο. Άρχισαν μια τυπική και γενική συζήτηση μέχρι που η Μαίρη έπρεπε να κατέβει. Την χαιρέτησε και πήγε και κάθησε στην αγάπημενη του θέση στη γαλαρία. Όλοι σιωπηλοί και σοβαροί μες στο λεωφορείο. Ένιωθε ηλίθιος που πριν λίγο μιλούσε δυνατά και χαζογελούσε.. Πίεσε το κεφάλι του στο τζάμι και κοίταξε έξω. Αυτοκίνητα, μηχανές, κόσμος βιαστικός, εχθρικός. "Τι στο διάολο κάνω εδώ τώρα;", είπε από μέσα του προσγειωμένος και πληγωμένος.

Τώρα, είναι μερικές αποφάσεις που παίρνουμε τόσο επιπόλαια και ανεξήγητα που δεν μπορούμε έπειτα να βρούμε το γιατί. Μια τέτοια απόφαση πρέπει να πήρε ο Πέτρος όταν σαν αστραπή πάτησε με το χέρι του το κουμπί για στάση. Ίσως κάτι να είδε. Ή κάτι να πέρασε από το υποσυνείδητο του.. σαν σπίθα.. Πάντως μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στη στάση, φαινόταν να το είχε μετανιώσει, αλλά "..αφού το πάτησα τώρα".

Κατέβηκε. Το λεωφορείο φεύγοντας άφησε πίσω του μια απέραντη ησυχία. Τόσο που ο Πέτρος μπορούσε να ακούσει καθαρότατα την μητέρα που φώναζε τον γιο της να ανέβει για ύπνο γιατί έχει σχολείο αύριο. Και ακούστηκαν τα γοργά βήματα στις σκάλες, σαν να ανέβαινε φοβισμένο το παιδί. Μπήκε μέσα, η πόρτα έκλεισε. Ησυχία... Είχε νυχτώσει για τα καλά..

Ο Πέτρος άρχισε να περπατάει αργά, σαν να ήταν σε άλλο κόσμο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά, προχωρούσε στο σκοτάδι. Το φως του δρόμου δεν δούλευε. Μάλλον κάποιο παιδί θα το έσπασε με καμιά πέτρα. Το μόνο φως που φώτιζε ήταν αυτό που κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να σβήσει, αυτό του φεγγαριού, και έπεφτε άφθονο στο προαύλιο του σχολείου που βρισκόταν εκεί, σαν σε σκηνή θεάτρου. Ο Πέτρος προχωρούσε κατά μήκος του πεζοδρομίου έξω από το σχολείο. Εκείνη τη στιγμή μάλιστα περνούσε από την είσοδο, μία σιδερένια πύλη, φτιαγμένη έτσι ώστε να μη μπορείς να σκαρφαλώσεις. Μόνο που ήταν ορθάνοιχτη τώρα..

Ο Πέτρος είχε μείνει σκεφτικός και κοιτούσε την πόρτα, σαν να σκεφτόταν κάτι άλλο, μακρινό.... προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπο της, να φτιάξει το σχήμα του στο μυαλό του, το  μικροκαμωμένο σώμα της,
αλλά ήταν σαν να είχαν περάσει αιώνες.. Θυμήθηκε ότι φορούσε κι αυτή μαύρο μπουφάν και για ένα διάστημα που είχε καλύτερο καιρό, φορούσε γκρι ζακέτα. Κι αυτός φορούσε γκρι ζακέτα τότε! Δεν θυμόταν όμως αν αυτή την φορούσε πριν ή αφού αρχίσει να τη φοράει αυτός.

"Εϊ! ", ακούστηκε εκείνη τη στιγμή μια φωνή από πίσω κι ο Πέτρος τινάχτηκε στον αέρα έντρομος και έστρεψε απότομα το κεφάλι του προς τα 'κει.......

by Γιώργος

---------------------------
( Η συνέχεια στην επόμενη στήλη )













0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

Followers

Δημοφιλείς αναρτήσεις